Για τη Μαρία Λαδά: Η προσβασιμότητα στην Ελλάδα δεν μπορεί να μένει υπόσχεση

    Από Ανώνυμος
    13 λεπτά ανάγνωσης
    Για τη Μαρία Λαδά: Η προσβασιμότητα στην Ελλάδα δεν μπορεί να μένει υπόσχεση

    Η απώλεια της Μαρίας Λαδά, μιας συμπατριώτισσας που συνδέθηκε με την ενεργή κοινότητα των ατόμων με αναπηρία στην Κεφαλονιά, και ιδρυτικό μέλος του συλλόγου ΥΠΕΡΙΩΝ, έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα θέμα που στην Ελλάδα συζητιέται συχνά με ένταση και καταλήγει, σχεδόν πάντα, να ξεφτίζει στην καθημερινότητα. Η προσβασιμότητα. Η λέξη ακούγεται σαν τεχνικός όρος, σαν κάτι που αφορά σχέδια, προδιαγραφές, έργα. Στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πιο απλό και πιο σκληρό. Είναι το αν ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει τη ζωή του χωρίς να ζητάει άδεια από το πεζοδρόμιο, χωρίς να κάνει επικίνδυνους ελιγμούς στον δρόμο, χωρίς να εξαρτάται από καλή θέληση τρίτων για να μπει σε μια υπηρεσία, να ταξιδέψει, να εργαστεί, να συμμετέχει. Αυτός είναι και ο λόγος που, όταν μια είδηση αγγίζει άνθρωπο της κοινότητας, δεν μένει ποτέ μόνο στη συγκίνηση. Γίνεται καθρέφτης, γίνεται ερώτημα, γίνεται απαίτηση να ειπωθούν πράγματα που ως κοινωνία αποφεύγουμε.

    Στην Κεφαλονιά, η αναπηρία δεν είναι αφηρημένη έννοια, ούτε στατιστικό που μένει σε κάποιον πίνακα. Έχει ονόματα, πρόσωπα, οικογένειες, καθημερινές μάχες. Έχει και δομές που δεν εμφανίστηκαν από μόνες τους. Χτίστηκαν από ανθρώπους που επέμειναν. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ΥΠΕΡΙΩΝ, η Ένωση Προστασίας της Ισότητας και των Δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία με έδρα το Ληξούρι, που ιδρύθηκε το 2013 ως μη κερδοσκοπικό σωματείο από γονείς, κηδεμόνες και άτομα με αναπηρία, με στόχο όχι απλώς να διεκδικήσει δικαιώματα, αλλά να τα μεταφράσει σε πραγματική φροντίδα, υπηρεσίες και ισότιμη παρουσία στην κοινωνική ζωή. Η ύπαρξη του ΥΠΕΡΙΩΝΑ στο νησί είναι σημαντική για έναν ακόμα λόγο. Δείχνει τι συμβαίνει όταν μια κοινότητα δεν περιμένει τα πάντα από το κράτος, αλλά οργανώνεται, πιέζει, σχεδιάζει και τελικά δημιουργεί. Δείχνει επίσης πόσο εύκολα η συζήτηση για την προσβασιμότητα γίνεται ρητορική, όταν δεν συνδέεται με συγκεκριμένες δομές, ανθρώπους, υπηρεσίες και καθημερινή λειτουργία.

    Ο ΥΠΕΡΙΩΝ δεν είναι απλώς ένας σύλλογος που εμφανίζεται σε επετείους. Είναι ένας οργανισμός που έχει αναπτύξει δομές και δράσεις στην Κεφαλονιά, σε μια περιοχή όπου η γεωγραφία και οι αποστάσεις κάνουν τη στήριξη ακόμα πιο κρίσιμη. Στα δημόσια ίχνη του φαίνεται καθαρά ότι η λειτουργία του δεν περιορίζεται στην εκπροσώπηση. Υπάρχει Κέντρο Διημέρευσης και Ημερήσιας Φροντίδας, το ΚΔΗΦ, με εγκαταστάσεις που έχουν αναφερθεί στον Λογγό, και γύρω του οργανώνεται καθημερινή φροντίδα, πρόγραμμα, υποστήριξη, ένας σταθερός ρυθμός για ανθρώπους που αλλιώς θα έμεναν στο περιθώριο. Υπάρχει επίσης η Στέγη Υποστηριζόμενης Διαβίωσης, η ΣΥΔ, ένα μοντέλο που στην Ελλάδα ακόμη παλεύει να αποκτήσει την κλίμακα που χρειάζεται, αλλά όπου εφαρμόζεται σωστά δίνει αυτό που λείπει πιο πολύ. Μια ζωή με αυτονομία, μέσα σε πραγματικό σπίτι, όχι σε απομόνωση. Το ότι η ΣΥΔ του ΥΠΕΡΙΩΝΑ εντάχθηκε ως πράξη σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένδειξη ότι το νησί έχει εμπειρία να διεκδικεί πόρους και να τους μετατρέπει σε υπηρεσίες. Υπάρχει τέλος και δημόσια παρουσία σε εκδηλώσεις και συνεργασίες, όπως θεματικές δράσεις για πρόσβαση στην εργασία και διάλογο με φορείς, όχι ως επικοινωνιακό περιτύλιγμα, αλλά ως προσπάθεια να μπει η αναπηρία στη συζήτηση της πραγματικής ζωής. 

    Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση που στοιχειώνει την Ελλάδα. Υπάρχουν νησίδες προόδου, υπάρχουν φορείς όπως ο ΥΠΕΡΙΩΝ που κρατούν κόσμο όρθιο, υπάρχουν άνθρωποι που διεκδικούν και δημιουργούν. Υπάρχει όμως και ένα γενικό περιβάλλον που κάνει την αναπηρία να μοιάζει διαρκώς με αγώνα δρόμου σε διαδρομή γεμάτη εμπόδια. Αυτό δεν είναι υπερβολή. Είναι η εμπειρία χιλιάδων πολιτών και οικογενειών. Και είναι επίσης κάτι που φαίνεται στις μεγάλες ευρωπαϊκές εικόνες, όταν η αναπηρία αποτυπώνεται ως μακροχρόνιος περιορισμός στις συνήθεις δραστηριότητες. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα συγκεντρωτικά στοιχεία της Eurostat για το 2024, το 23,9% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσε κάποια ή σοβαρή μακροχρόνια δραστηριότητα περιορισμού, με το 6,7% να δηλώνει σοβαρό περιορισμό. Με άλλα λόγια, πρόκειται για πληθυσμό μεγέθους που αγγίζει το ένα τέταρτο των ενηλίκων. Δεν είναι μια μικρή ειδική κατηγορία που αφορά λίγους. Είναι ένα μεγάλο κοινωνικό κομμάτι, που σε κάθε χώρα μεγαλώνει όσο μεγαλώνει και η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού.

    Γιατί λοιπόν είναι τόσο δύσκολο στην Ελλάδα; Η απάντηση δεν είναι μία. Είναι ένας συνδυασμός θεσμικών, τεχνικών και βαθιά πολιτισμικών παραγόντων που λειτουργούν μαζί και παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Μια χώρα με κανόνες, αλλά με περιορισμένη εφαρμογή. Μια χώρα με έργα, αλλά συχνά χωρίς συνέχεια. Μια χώρα με καλές προθέσεις, αλλά με δημόσιο χώρο που αντιμετωπίζεται σαν πεδίο εξυπηρετήσεων και όχι σαν δικαίωμα όλων.

    Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό που φαίνεται παντού και που όλοι αναγνωρίζουν, αλλά ελάχιστοι αγγίζουν στα σοβαρά. Ο δημόσιος χώρος, και ειδικά το πεζοδρόμιο. Εκεί κρίνεται η προσβασιμότητα στην πιο καθημερινή της μορφή. Και εκεί η Ελλάδα αποτυγχάνει συστηματικά, επειδή το πεζοδρόμιο αντιμετωπίζεται σαν χώρος που μπορεί να καταληφθεί, να κοπεί, να στενέψει, να διακοπεί, να μετατραπεί σε προέκταση στάθμευσης, εμπορικής χρήσης ή αυθαίρετης διευθέτησης. Ακόμα και η ίδια η θεσμική συζήτηση για το ποιος έχει ευθύνη συντήρησης και τι επιτρέπεται, δείχνει πόσο σύνθετη και συχνά ασαφής γίνεται η πραγματικότητα, με αποτέλεσμα ο πολίτης να χάνει το αποτέλεσμα μέσα στη γραφειοκρατία. Η προσβασιμότητα δεν καταρρέει πάντα σε ένα μεγάλο, θεαματικό σημείο. Καταρρέει σε μικρά, καθημερινά σπασίματα της αλυσίδας. Στο σημείο που η ράμπα καταλήγει σε σπασμένο πλακάκι. Στο σημείο που η διάβαση οδηγεί σε πεζοδρόμιο χωρίς συνέχεια. Στο σημείο που μια πόρτα δημόσιου κτιρίου είναι τεχνικά ανοιχτή, αλλά πρακτικά κλειστή για όποιον δεν ανεβαίνει σκαλοπάτια.

    Το δεύτερο επίπεδο είναι οι μεταφορές. Εδώ η συζήτηση συχνά γίνεται με την ψευδαίσθηση ότι, αφού υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες, το θέμα έχει λυθεί. Στην πραγματικότητα, οι κανόνες θέτουν υποχρεώσεις, αλλά δεν εγγυώνται την εμπειρία. Στις αερομεταφορές, για παράδειγμα, το πλαίσιο δικαιωμάτων για άτομα με αναπηρία και μειωμένη κινητικότητα υπάρχει εδώ και χρόνια σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με υποχρεώσεις παροχής βοήθειας από αερολιμένες και αερομεταφορείς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε αεροδρόμιο, κάθε διαδικασία και κάθε υποδομή λειτουργεί με την ίδια συνέπεια, ούτε ότι η εμπειρία του ταξιδιού είναι απαλλαγμένη από κινδύνους ή ταλαιπωρία. Η ίδια η είδηση που στάθηκε αφορμή για το παρόν άρθρο δείχνει πόσο κρίσιμο είναι το πεδίο αυτό. Η ανακοίνωση του ΥΠΕΡΙΩΝΑ αναφέρει ότι η Μαρία Λαδά τραυματίστηκε στον χώρο του αεροδρομίου στην Αθήνα, πριν την αιφνίδια κατάληξή της, υπό συνθήκες που διερευνώνται. Η διερεύνηση ανήκει στις αρμόδιες αρχές, όμως το συμπέρασμα για την πολιτική δεν αλλάζει. Οι μεταφορές για τα άτομα με αναπηρία δεν μπορεί να λειτουργούν με λογική περίπου. Χρειάζονται υποδομές χωρίς κενά, εκπαίδευση προσωπικού, σαφείς διαδικασίες, πραγματικό έλεγχο και λογοδοσία, γιατί εδώ μια αστοχία δεν μεταφράζεται μόνο σε δυσκολία. Μπορεί να μεταφραστεί σε σοβαρό περιστατικό.

    Το τρίτο επίπεδο είναι η ψηφιακή προσβασιμότητα, που θα μπορούσε να είναι μεγάλος εξισωτής, αλλά συχνά εξελίσσεται σε νέο φίλτρο αποκλεισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ειδική οδηγία για την προσβασιμότητα ιστοτόπων και εφαρμογών του δημόσιου τομέα, την Οδηγία 2016/2102, και οι απαιτήσεις δεν είναι θεωρητικές. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Πράξη Προσβασιμότητας, η Οδηγία 2019/882, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, επειδή επεκτείνει υποχρεώσεις προσβασιμότητας και σε προϊόντα και υπηρεσίες της αγοράς, με ημερομηνία εφαρμογής που έχει ήδη περάσει, στις 28 Ιουνίου 2025, και με ενσωμάτωση στην Ελλάδα μέσω του νόμου 4994/2022, όπως έχει επισημανθεί και από την ΕΣΑμεΑ. Αυτό σημαίνει ότι η προσβασιμότητα δεν είναι πλέον θέμα μόνο δημοσίων κτιρίων ή μιας δημοτικής τεχνικής υπηρεσίας. Είναι θέμα καθημερινών συναλλαγών, υπηρεσιών, τεχνολογίας. Κι όμως, όποιος ζει την πραγματικότητα της ψηφιακής γραφειοκρατίας ξέρει ότι η έλλειψη προσβάσιμων εγγράφων, οι φόρμες που δεν ολοκληρώνονται με βοηθητικές τεχνολογίες, οι υπηρεσίες που σχεδιάστηκαν χωρίς δοκιμή από πραγματικούς χρήστες, συνεχίζουν να παράγουν αποκλεισμό, απλώς σε άλλη μορφή.

    Υπάρχει όμως και ένα τέταρτο επίπεδο που σπάνια λέγεται καθαρά, παρότι είναι το πιο καθοριστικό. Η αναπηρία στην Ελλάδα δεν είναι μόνο θέμα υποδομών. Είναι και θέμα κοινωνικής θέσης. Όταν η κοινωνία και η αγορά εργασίας αντιμετωπίζουν την αναπηρία ως μειονέκτημα που πρέπει να κρυφτεί, τότε ακόμα και το πιο σωστό πεζοδρόμιο δεν αρκεί. Η Eurostat αποτυπώνει διαχρονικά μεγάλα χάσματα απασχόλησης μεταξύ ατόμων με και χωρίς αναπηρία, και σε ελληνικό επίπεδο η ΕΣΑμεΑ έχει αναδείξει, με βάση στοιχεία της Eurostat για το 2024, ότι το χάσμα απασχόλησης στην Ελλάδα υπολογίστηκε στις 28,5 ποσοστιαίες μονάδες, μια από τις χειρότερες επιδόσεις στην ΕΕ. Αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα ισότητας, αξιοπρέπειας, ανεξαρτησίας. Και συνδέεται άμεσα με την προσβασιμότητα, γιατί όταν η μετακίνηση, η πρόσβαση σε κτίρια, η πρόσβαση σε πληροφορία και υπηρεσίες είναι δύσκολη, η εργασία γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Ο αποκλεισμός τρέφει τον αποκλεισμό.

    Αυτός ο φαύλος κύκλος φαίνεται και στα στοιχεία για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Το Παρατηρητήριο Θεμάτων Αναπηρίας της ΕΣΑμεΑ έχει αναδείξει με δελτία και αναλύσεις ότι τα άτομα με αναπηρία και οι οικογένειές τους βιώνουν εντονότερα τις πιέσεις φτώχειας και αποκλεισμού, σε μια χώρα που πέρασε παρατεταμένη κρίση και συνεχίζει να έχει υψηλές ανισότητες. Όταν λοιπόν μιλά η κοινωνία για προσβασιμότητα σαν να είναι πολυτέλεια έργων, αγνοεί ότι στην πραγματικότητα μιλά για πρόσβαση στην εργασία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην κοινωνική ζωή, άρα για πιθανότητες ζωής.

    Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των τοπικών δομών αποκτά διπλή σημασία. Ο ΥΠΕΡΙΩΝ δεν είναι απλώς ένα σημείο αναφοράς για τα άτομα με αναπηρία της Παλικής. Είναι ένα παράδειγμα για το τι σημαίνει κοινότητα που οργανώνεται. Είναι δομή που προσφέρει υπηρεσίες, φιλοξενεί καθημερινότητα, δημιουργεί ορατότητα. Είναι και ένα είδος θεσμικού μάρτυρα. Δείχνει τι χρειάζεται για να λειτουργήσει ένα σύστημα στήριξης, πόσο δύσκολο είναι να κρατηθούν ζωντανές τέτοιες δομές, πόση διοικητική δουλειά, χρηματοδότηση, προσωπικό και συνέπεια απαιτούνται, πόσο εύκολα η κοινωνία θεωρεί δεδομένο αυτό που στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα αγώνα. Ακόμα και η ύπαρξη δημόσιων προσκλήσεων στελέχωσης για δομές υποστηριζόμενης διαβίωσης, στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων πράξεων, δείχνει ότι η στήριξη δεν είναι θεωρία. Είναι καθημερινή λειτουργία, με ευθύνη, ανθρώπους και ανάγκες. 

    Η προσβασιμότητα, όταν περιγράφεται μόνο με όρους τεχνικών προδιαγραφών, χάνει το βασικό της περιεχόμενο. Είναι ο χρόνος, ο κόπος και η εξάρτηση που προστίθενται σε μια καθημερινότητα. Είναι η συνεχής ανάγκη να σχεδιάζεται η ζωή γύρω από εμπόδια που για τους περισσότερους δεν υπάρχουν. Είναι η φθορά που δεν φαίνεται σε φωτογραφίες έργων, αλλά αποτυπώνεται σε κάθε διαδρομή που δεν γίνεται απλά και ασφαλώς. Πίσω από τους όρους και τις οδηγίες υπάρχει η εμπειρία του ανθρώπου που κουράζεται, όχι επειδή έχει αναπηρία, αλλά επειδή ζει σε περιβάλλον που την πολλαπλασιάζει. Υπάρχει το μέλος μιας οικογένειας που οργανώνει τη μέρα γύρω από διαδρομές και διαδικασίες που για άλλους είναι δεδομένες. Υπάρχει ο νέος άνθρωπος που θέλει να δουλέψει, να μετακινηθεί, να βγει, να ζήσει, και βρίσκει μπροστά του ένα σύστημα που του δείχνει, χωρίς να το λέει, ότι δεν είναι προτεραιότητα. Υπάρχει και ο άνθρωπος που αφιερώνει χρόνο στη διεκδίκηση, στη συλλογική δουλειά, στην οργάνωση μιας κοινότητας, όπως έκανε η Μαρία Λαδά, και η απώλειά του γίνεται συλλογικό σοκ ακριβώς επειδή η κοινότητα ξέρει πόσο δύσκολα χτίζεται κάθε βήμα προόδου.

    Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ελλάδα έχει νόμους. Έχει. Δεν είναι αν έχει στρατηγικές. Έχει, με εθνικά σχέδια δράσης και ψηφιακές πύλες που δείχνουν ότι το κράτος αναγνωρίζει το θέμα ως πολιτική. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το κράτος, η αυτοδιοίκηση και η κοινωνία αντιμετωπίζουν την προσβασιμότητα ως αποτέλεσμα που πρέπει να παράγεται σταθερά, με έλεγχο και συντήρηση, ή ως ανακοίνωση που κλείνει μια υποχρέωση. Στην Ελλάδα, η μεγάλη δυσκολία είναι ότι τα έργα συχνά γίνονται αποσπασματικά, χωρίς ενιαίο σχεδιασμό διαδρομών, χωρίς δοκιμή της πραγματικής λειτουργίας, χωρίς κουλτούρα συντήρησης. Ένα πεζοδρόμιο μπορεί να φτιαχτεί σωστά σε ένα σημείο και να ακυρωθεί πέντε μέτρα μετά. Μια ράμπα μπορεί να τοποθετηθεί, αλλά να καταλήγει σε εμπόδιο. Ένα δημόσιο κτίριο μπορεί να έχει πρόβλεψη, αλλά να παραμένει πρακτικά δυσπρόσιτο. Η αλυσίδα σπάει σε μικρά σημεία και το σύστημα συμπεριφέρεται σαν να μην συνέβη τίποτα, επειδή κανείς δεν έχει την υποχρέωση να λογοδοτήσει για το αποτέλεσμα της αλυσίδας, μόνο για το κομμάτι του.

    Εδώ ακριβώς μπαίνει και η πολιτισμική διάσταση που στην Ελλάδα είναι καθοριστική. Η κυριαρχία του αυτοκινήτου, η ανοχή στην κατάληψη του δημόσιου χώρου, η πεποίθηση ότι ο δρόμος και το πεζοδρόμιο είναι πεδίο προσωπικής διευθέτησης, δεν είναι απλώς ενοχλητικές συνήθειες. Είναι μηχανισμοί αποκλεισμού. Όσο μια χώρα θεωρεί φυσιολογικό να καταργείται στην πράξη η κυκλοφορία του πεζού, τόσο η προσβασιμότητα θα παραμένει αδύνατη. Και όσο το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως θέμα ευαισθησίας, όχι ως θέμα κανόνων που εφαρμόζονται, τόσο οι “καλοί άνθρωποι” θα αντικαθιστούν τις υποδομές με εξυπηρετήσεις. Αυτή είναι η πιο ύπουλη μορφή αποτυχίας. Όταν η κοινωνία συνηθίζει να θαυμάζει την αλληλεγγύη, αντί να απαιτεί τη λειτουργία.

    Μια χώρα αλλάζει όταν αλλάζει ο τρόπος που επιβραβεύει και ο τρόπος που ελέγχει. Στην προσβασιμότητα, η αλλαγή δεν θα έρθει από ένα μεγάλο έργο που θα παρουσιαστεί ως τομή. Θα έρθει από κάτι πιο ταπεινό και πιο απαιτητικό. Από το να χτιστεί και να τηρηθεί η έννοια της διαδρομής. Από το να μετριέται η επιτυχία όχι με το αν έγινε ένα έργο, αλλά με το αν ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει τη διαδρομή του με ασφάλεια. Από το να υπάρχει λογοδοσία όχι μόνο για την κατασκευή, αλλά και για τη συντήρηση. Από το να ακουστούν συστηματικά οι ίδιοι οι άνθρωποι με αναπηρία και οι φορείς τους, όχι ως διακοσμητική συμμετοχή, αλλά ως θεσμικοί αξιολογητές της πραγματικής λειτουργίας. Αυτό το ξέρουν καλά δομές όπως ο ΥΠΕΡΙΩΝ, επειδή έχουν μάθει να λειτουργούν στο πεδίο, όχι στη θεωρία.

    Η Κεφαλονιά έχει έναν λόγο παραπάνω να το πάρει σοβαρά. Στα νησιά, ο αποκλεισμός δεν είναι απλώς κοινωνικός. Είναι και γεωγραφικός. Η μετακίνηση είναι ήδη πιο δύσκολη, οι υπηρεσίες είναι λιγότερες, οι επιλογές πιο περιορισμένες. Αυτό σημαίνει ότι η προσβασιμότητα δεν είναι ένα από τα πολλά ζητήματα. Είναι βασική προϋπόθεση για να μη γίνεται η αναπηρία διπλά και τριπλά βαριά. Όταν υπάρχει στο νησί ένας φορέας όπως ο ΥΠΕΡΙΩΝ, που συνδέει διεκδίκηση, φροντίδα, υποστηριζόμενη διαβίωση, δημόσια παρουσία, αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια καλή ιστορία τοπικού ενδιαφέροντος. Πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υπόδειγμα για το πώς μια τοπική κοινωνία μπορεί να κρατήσει ανοιχτό τον δρόμο εκεί που το κράτος συχνά αφήνει κενά.

    Το άρθρο αυτό γράφεται με αφορμή μια απώλεια και οφείλει να τη σεβαστεί. Μπορεί όμως να κάνει κάτι ουσιαστικό. Να μετατρέψει τη συγκίνηση σε καθαρή σκέψη και καθαρή απαίτηση. Η προσβασιμότητα στην Ελλάδα δεν είναι δύσκολη επειδή είναι τεχνικά αδύνατη. Είναι δύσκολη επειδή η χώρα κουβαλά ένα μείγμα αποσπασματικού σχεδιασμού, χαλαρού ελέγχου, έλλειψης συντήρησης και κοινωνικής ανοχής σε πρακτικές που ακυρώνουν το αποτέλεσμα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αναπηρία αφορά ένα τεράστιο μέρος της κοινωνίας, τα δεδομένα δείχνουν μεγάλα χάσματα στην εργασία και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και αποκλεισμού, τα ευρωπαϊκά εργαλεία πιέζουν για συμμόρφωση και στην αγορά, όχι μόνο στο δημόσιο. Αυτό που μένει είναι να αποδειχθεί ότι η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τις υποχρεώσεις σε καθημερινή λειτουργία και ότι οι κοινότητες μπορούν να σταθούν δίπλα στους ανθρώπους τους όχι με ευχές, αλλά με χώρο, δρόμο, υπηρεσία, αξιοπρέπεια.

    Η Μαρία Λαδά ήταν μια από εκείνες τις παρουσίες που δεν αφήνουν την αναπηρία να γίνει αόρατη. Η Κεφαλονιά έχει τον ΥΠΕΡΙΩΝ, έχει ανθρώπους που ξέρουν να φτιάχνουν δομές, έχει εμπειρία συλλογικής διεκδίκησης. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει τρόπος. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα το κάνει υπόθεση όλων, ώστε η προσβασιμότητα να πάψει να είναι είδηση και να γίνει κανονικότητα. Αυτό είναι και το μόνο είδος τιμής που έχει πραγματικό βάρος, όταν μια κοινότητα αποχαιρετά έναν δικό της άνθρωπο.

    Το Kefalonian Globe εκφράζει τα ειλικρινή της συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους ανθρώπους της Μαρίας Λαδά, καθώς και στην κοινότητα του ΥΠΕΡΙΩΝΑ που τη γνώρισε και συμπορεύτηκε μαζί της. Η μνήμη της παραμένει δεμένη με έναν αγώνα που δεν χωρά αναβολές, τον αγώνα για ισότιμη πρόσβαση, ασφάλεια και αξιοπρέπεια για τα άτομα με αναπηρία.

    Σχετικά Άρθρα