Όταν η καταστροφή δεν είναι πια είδηση

    Από Ανώνυμος
    10 λεπτά ανάγνωσης
    Όταν η καταστροφή δεν είναι πια είδηση

    Η κακοκαιρία που έπληξε την Ελλάδα τις προηγούμενες ημέρες δεν ήταν απλώς ένα ακόμη έντονο καιρικό επεισόδιο. Ήταν ένα γεγονός με πραγματικό ανθρώπινο κόστος, με δύο νεκρούς, εκτεταμένες ζημιές και εικόνες που δύσκολα μπορεί κανείς να αποδώσει πια στην έννοια του «ακραίου». Στην Αττική, μια γυναίκα έχασε τη ζωή της όταν παρασύρθηκε από τα νερά σε περιοχή που μετατράπηκε μέσα σε λίγα λεπτά σε χείμαρρο, ενώ στο Παράλιο Άστρος ένας λιμενικός βρέθηκε νεκρός εν μέσω επικίνδυνων συνθηκών που προκάλεσε η κακοκαιρία. Αυτά τα γεγονότα δεν είναι υποσημειώσεις. Είναι η ουσία της συζήτησης. Όταν μιλάμε για φυσικές καταστροφές, μιλάμε πρώτα απ’ όλα για απώλειες ζωής, και μόνο δευτερευόντως για ζημιές και ταλαιπωρία.

    Η ίδια κακοκαιρία άφησε πίσω της εικόνες εκτεταμένων πλημμυρών στην Αττική, με δρόμους να μετατρέπονται σε ποτάμια, αυτοκίνητα να ακινητοποιούνται, υπόγεια και ισόγεια να γεμίζουν νερά και λάσπες, και επιχειρήσεις να καταγράφουν σοβαρές καταστροφές σε εξοπλισμό και αποθέματα. Δεν επρόκειτο για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για ένα φαινόμενο που εκδηλώθηκε σε πολλές περιοχές ταυτόχρονα, αποκαλύπτοντας για ακόμη μία φορά τη δυσκολία του αστικού χώρου να διαχειριστεί μεγάλους όγκους νερού σε σύντομο χρόνο. Το γεγονός ότι αυτές οι εικόνες δεν προκάλεσαν σοκ αλλά μια αίσθηση αναγνώρισης είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο όλων.

    Η Ελλάδα μπροστά σε μια επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα

    Η χώρα έχει πλέον αρκετή εμπειρία από τέτοια επεισόδια ώστε να μην μπορεί να μιλά σοβαρά για «έκπληξη». Τα τελευταία χρόνια, έντονες κακοκαιρίες, πλημμύρες, πυρκαγιές και σεισμικά γεγονότα συνθέτουν μια πραγματικότητα στην οποία ο φυσικός κίνδυνος δεν εμφανίζεται σποραδικά, αλλά με συχνότητα που επιβάλλει διαφορετικό τρόπο σκέψης. Η πρόσφατη κακοκαιρία ενεργοποίησε μηχανισμούς προειδοποίησης, περιορισμούς μετακινήσεων και αυξημένη ετοιμότητα, όμως τα αποτελέσματα έδειξαν ξανά ότι η πρόγνωση και η προειδοποίηση από μόνες τους δεν αρκούν για να αποτρέψουν τις σοβαρές συνέπειες. Δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, μια γυναίκα στην Άνω Γλυφάδα που παρασύρθηκε από τα νερά και ένας λιμενικός στο Παράλιο Άστρος Κυνουρίας, σε συνθήκες που συνδέθηκαν άμεσα με την επικινδυνότητα του καιρού. Οι απώλειες αυτές λειτουργούν ως καθαρό όριο. Από τη στιγμή που υπάρχουν νεκροί, η συζήτηση δεν μπορεί να μένει γενική ούτε να εξαντλείται σε περιγραφές φαινομένων. Οφείλει να γίνεται συγκεκριμένη και αυστηρή, γιατί αφορά την έκθεση ανθρώπων σε χώρους που μέσα σε λίγα λεπτά μετατρέπονται σε παγίδες.

    Στην Αττική, οι πλημμύρες έφεραν ξανά στην επιφάνεια ζητήματα που συζητούνται εδώ και δεκαετίες και που κάθε μεγάλο επεισόδιο τα κάνει ορατά με τρόπο σχεδόν βίαιο. Ρέματα που έχουν περιοριστεί ή καλυφθεί, αποχετευτικά δίκτυα που δεν επαρκούν, υπερδόμηση σε περιοχές με φυσική ροή νερού και συντήρηση που γίνεται αποσπασματικά συνθέτουν ένα περιβάλλον που δυσκολεύεται να αντέξει μεγάλους όγκους νερού σε μικρό χρόνο. Το νερό δεν αναγνωρίζει πολεοδομικές γραμμές ούτε διοικητικά όρια. Ακολουθεί τη γεωγραφία και την ιστορία του τόπου. Κάθε φορά που η πόλη πλημμυρίζει, επιβεβαιώνεται ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ένταση της βροχής, αλλά η αδυναμία του αστικού χώρου να την απορροφήσει χωρίς να καταρρεύσει σε κρίσιμα σημεία. Οι ζημιές που καταγράφηκαν, σπίτια και καταστήματα γεμάτα νερό και λάσπη, δρόμοι που μετατράπηκαν σε ροές, οχήματα που ακινητοποιήθηκαν ή παρασύρθηκαν, δεν είναι απλώς εικόνες αναστάτωσης. Είναι το πρακτικό αποτέλεσμα μιας πραγματικότητας που επαναλαμβάνεται και που, όσο επαναλαμβάνεται, τόσο λιγότερο μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.

    Όταν η καταστροφή παύει να είναι μεμονωμένο γεγονός

    Ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά της πρόσφατης κακοκαιρίας δεν ήταν μόνο η ένταση των φαινομένων, αλλά η αίσθηση οικειότητας που προκάλεσαν οι εικόνες. Οι πλημμυρισμένοι δρόμοι στην Αττική, οι αποκλεισμοί, οι καταστροφές σε περιουσίες και η πίεση στις μετακινήσεις δεν προκάλεσαν συλλογικό σοκ. Προκάλεσαν αναγνώριση. Σαν να παρακολουθούμε μια εξέλιξη που την έχουμε ξαναδεί, με μικρές μόνο διαφοροποιήσεις. Αυτή η εξοικείωση είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο όλων, γιατί μετατρέπει την καταστροφή σε κάτι αναμενόμενο και άρα διαχειρίσιμο μόνο επικοινωνιακά, όχι ουσιαστικά.

    Η επανάληψη δεν αφορά μόνο την Αττική. Αφορά ολόκληρη τη χώρα, που τα τελευταία χρόνια κινείται από κρίση σε κρίση με ελάχιστο χρόνο για πραγματική αποτίμηση και αναπροσαρμογή. Κάθε έντονη κακοκαιρία αφήνει πίσω της δεδομένα. Ποια σημεία πλημμύρισαν, ποιοι δρόμοι έκλεισαν, πόσος χρόνος χρειάστηκε για να επανέλθουν βασικές λειτουργίες, ποιοι άνθρωποι βρέθηκαν σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτά τα δεδομένα δεν υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια μετατρέπονται σε αλλαγές που μειώνουν τον κίνδυνο στο επόμενο επεισόδιο. Έτσι, η φυσική καταστροφή παύει να είναι εξαίρεση και γίνεται δομικό στοιχείο της καθημερινότητας.

    Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο θάνατοι των προηγούμενων ημερών δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως τραγικές συμπτώσεις. Είναι το πιο σκληρό αποτέλεσμα ενός συστήματος που επιτρέπει σε ολόκληρες περιοχές να λειτουργούν οριακά όταν ο καιρός πιέζει. Δεν πρόκειται για ατομικά λάθη ή για στιγμιαία απροσεξία. Πρόκειται για συνθήκες που δημιουργούν καταστάσεις όπου ένα λάθος γίνεται μοιραίο και όπου η φύση δεν αφήνει περιθώρια διόρθωσης.

    Η Κεφαλονιά μέσα στο ίδιο μοτίβο

    Η εικόνα της Κεφαλονιάς τις προηγούμενες ημέρες δεν έρχεται σε αντίθεση με όσα είδαμε στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά συμπληρώνει το ίδιο μοτίβο από άλλη κλίμακα. Εκεί όπου στην Αττική η κακοκαιρία αποτυπώθηκε ως πλημμυρική πίεση στον αστικό χώρο, στο νησί εκδηλώθηκε ως συνδυασμός έντονου αέρα, προβλημάτων στις βασικές λειτουργίες και περιορισμών που συσσωρεύτηκαν όσο ο καιρός επέμενε. Οι πολύ ισχυροί άνεμοι επηρέασαν μετακινήσεις και παρεμβάσεις, δυσκόλεψαν την καθημερινή λειτουργία και έκαναν κάθε εργασία αποκατάστασης πιο αργή και πιο απαιτητική. Την ίδια στιγμή καταγράφηκαν προβλήματα στην ηλεκτροδότηση σε περιοχές του Αργοστολίου και αλλού, τα οποία, ακόμη κι αν δεν ήταν από μόνα τους πρωτοφανή, απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης πίεσης. Όταν τέτοια περιστατικά συμβαίνουν ταυτόχρονα, η κακοκαιρία παύει να είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο και μετατρέπεται σε δοκιμή της συνολικής λειτουργίας του τόπου.

    Σε αυτή τη δοκιμή προστέθηκε και ο περιορισμός των ακτοπλοϊκών συνδέσεων, που δεν διήρκεσε απλώς μία ημέρα, αλλά παρατάθηκε για συνεχόμενο χρονικό διάστημα, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά για την Κεφαλονιά. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο πρόβλημα μετακίνησης, αλλά για έναν παράγοντα που αλλάζει τη συνολική αίσθηση ασφάλειας και διαθεσιμότητας. Όταν η σύνδεση με την ηπειρωτική χώρα διακόπτεται για μέρες, ακόμη κι αν όλα τα υπόλοιπα λειτουργούν οριακά, το νησί μπαίνει σε μια κατάσταση περιορισμένης κανονικότητας. Οι μετακινήσεις αναβάλλονται, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις συμπιέζονται, η εξάρτηση από τις εσωτερικές αντοχές του τόπου γίνεται απόλυτη. Σε αυτό το σημείο, η εμπειρία της Κεφαλονιάς δεν συγκρίνεται με την Αττική ως προς την ένταση των επιπτώσεων, αλλά ως προς τον μηχανισμό τους. Η κακοκαιρία λειτούργησε και στις δύο περιπτώσεις ως παράγοντας που ανέδειξε πόσο εύκολα πιέζονται βασικές λειτουργίες και πόσο περιορισμένα είναι τα περιθώρια αντίδρασης όταν το φαινόμενο επιμένει.

    Η πίεση στις υποδομές ως σταθερό φαινόμενο

    Τα γεγονότα των προηγούμενων ημερών ανέδειξαν για ακόμη μία φορά ότι οι επιπτώσεις μιας κακοκαιρίας δεν καθορίζονται μόνο από την ένταση των φαινομένων, αλλά από τον βαθμό στον οποίο οι υποδομές και οι μηχανισμοί λειτουργούν υπό πίεση. Στην Ελλάδα, τόσο σε μεγάλα αστικά κέντρα όσο και σε νησιωτικές περιοχές, η εικόνα που επαναλαμβάνεται είναι αυτή της οριακής λειτουργίας. Δίκτυα που διακόπτονται, μετακινήσεις που περιορίζονται, χρόνοι αποκατάστασης που επιμηκύνονται και καθημερινές δραστηριότητες που μπαίνουν σε αναστολή, όχι επειδή το φαινόμενο ήταν πρωτοφανές, αλλά επειδή το σύστημα δεν διαθέτει επαρκή περιθώρια προσαρμογής όταν οι συνθήκες ξεφεύγουν από το απολύτως κανονικό.

    Στην πρόσφατη κακοκαιρία, αυτό που έγινε ορατό δεν ήταν απλώς η πίεση των φαινομένων, αλλά το γεγονός ότι το σύστημα δεν διαθέτει την απαραίτητη προετοιμασία για να τα απορροφήσει χωρίς σοβαρές διαταραχές. Στην Αττική, οι έντονες βροχοπτώσεις οδήγησαν σε πλημμυρικά φαινόμενα, εκτεταμένες ζημιές και ανθρώπινες απώλειες, δείχνοντας ότι μεγάλα τμήματα του αστικού χώρου παραμένουν ευάλωτα όταν το νερό συγκεντρώνεται γρήγορα. Στην Κεφαλονιά, η κακοκαιρία εκδηλώθηκε με διαφορετικό τρόπο, μέσα από ισχυρούς ανέμους, προβλήματα σε βασικές λειτουργίες και περιορισμούς στις μετακινήσεις, όμως και εκεί φάνηκε ότι οι μηχανισμοί δεν είναι σχεδιασμένοι να λειτουργούν ομαλά σε συνθήκες παρατεταμένης έντασης. Και στις δύο περιπτώσεις, τα προβλήματα δεν προέκυψαν επειδή το φαινόμενο ήταν απρόβλεπτο, αλλά επειδή το επίπεδο ετοιμότητας αποδείχθηκε ανεπαρκές.

    Η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια με διαφορετικές αφορμές και σε διαφορετικές περιοχές, γεγονός που δείχνει ότι η έλλειψη προετοιμασίας δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά δομικό χαρακτηριστικό. Οι παρεμβάσεις γίνονται συχνά αφού εμφανιστεί το πρόβλημα, η συντήρηση παραμένει αποσπασματική και η προσαρμογή στις συνθήκες αυξημένου κινδύνου προχωρά αργά. Έτσι, κάθε νέο επεισόδιο βρίσκει το σύστημα σε παρόμοια κατάσταση, με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης και με συνέπειες που θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να είχαν περιοριστεί. Η πρόσφατη κακοκαιρία δεν ανέδειξε κάτι καινούργιο, αλλά επιβεβαίωσε με σαφή τρόπο ότι η χώρα εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς το επίπεδο προετοιμασίας που απαιτείται για φαινόμενα τα οποία πλέον δεν μπορούν να θεωρηθούν σπάνια.

    Οι συνέπειες πέρα από τη ζημιά

    Η αποτίμηση μιας κακοκαιρίας δεν εξαντλείται ποτέ τη στιγμή που σταματούν τα φαινόμενα. Ξεκινά ουσιαστικά μετά, όταν γίνεται σαφές τι άφησε πίσω της σε επίπεδο λειτουργίας, ασφάλειας και αντοχής. Στις προηγούμενες ημέρες, τόσο στην Αττική όσο και σε άλλες περιοχές της χώρας, η εικόνα που διαμορφώθηκε δεν ήταν μόνο αυτή των υλικών ζημιών και των διακοπών στην καθημερινότητα, αλλά μιας γενικευμένης αίσθησης αστάθειας. Μετακινήσεις που έγιναν επικίνδυνες, περιοχές που απομονώθηκαν προσωρινά, υπηρεσίες που λειτούργησαν οριακά και πολίτες που χρειάστηκε να προσαρμοστούν σε συνθήκες που άλλαζαν από ώρα σε ώρα. Αυτή η κατάσταση δεν παράγει πάντα εντυπωσιακές εικόνες, αλλά επηρεάζει άμεσα την αίσθηση ασφάλειας και προβλεψιμότητας που στηρίζει τη δημόσια ζωή.

    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καταγράφηκαν και οι δύο ανθρώπινες απώλειες που συνδέθηκαν με την κακοκαιρία. Τα περιστατικά αυτά δεν ήρθαν ως αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου, απομονωμένου κινδύνου, αλλά εντάχθηκαν σε ένα περιβάλλον όπου οι συνθήκες είχαν ήδη καταστεί δύσκολες και οι καθημερινές δραστηριότητες απέκτησαν αυξημένο ρίσκο. Η παρουσία νεκρών δεν αλλάζει μόνο το συναισθηματικό βάρος της συζήτησης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζονται οι υπόλοιπες συνέπειες. Δείχνει ότι, όταν οι υποδομές και οι μηχανισμοί λειτουργούν στα όριά τους, η γραμμή ανάμεσα στη διαχείριση και στην απώλεια μπορεί να γίνει εξαιρετικά λεπτή.

    Μετά το πέρασμα των φαινομένων, το βάρος μεταφέρθηκε στη διαχείριση των συνεπειών. Η αποκατάσταση ζημιών, η επαναφορά βασικών λειτουργιών και η σταδιακή άρση των περιορισμών δεν εξελίχθηκαν ταυτόχρονα ούτε με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις περιοχές. Σε αρκετές περιπτώσεις χρειάστηκε χρόνος μέχρι να αποκατασταθεί πλήρως η κυκλοφορία, η ηλεκτροδότηση ή η πρόσβαση σε συγκεκριμένα σημεία, γεγονός που παρέτεινε την αναστάτωση πέρα από τη διάρκεια της κακοκαιρίας. Η εικόνα αυτή ανέδειξε ότι το τέλος των φαινομένων δεν σημαίνει και άμεση επιστροφή στην κανονικότητα.

    Παράλληλα, έγινε εμφανές ότι πολλά από τα προβλήματα που προέκυψαν δεν ήταν καινούργια. Σημεία που είχαν παρουσιάσει δυσκολίες και στο παρελθόν βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο, ενώ διαδικασίες αποκατάστασης κινήθηκαν με γνώριμους ρυθμούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η κακοκαιρία να λειτουργήσει περισσότερο ως επιτάχυνση υπαρχουσών αδυναμιών παρά ως μεμονωμένο γεγονός. Η εμπειρία των προηγούμενων ημερών δεν πρόσθεσε μόνο νέες ζημιές, αλλά επανέφερε στο προσκήνιο ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά.

    Σε αυτό το επίπεδο, οι συνέπειες της κακοκαιρίας δεν αποτυπώνονται μόνο σε αριθμούς ή σε εικόνες, αλλά και στον χρόνο που απαιτείται για να κλείσουν τα ανοιχτά μέτωπα. Ο χρόνος αυτός είναι καθοριστικός, γιατί δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να επανέλθει η βασική λειτουργία και πόσο εύκολα μια έντονη περίοδος αφήνει αποτύπωμα και μετά το πέρασμά της. Και είναι αυτός ο παράγοντας που καθορίζει αν ένα τέτοιο επεισόδιο θα αντιμετωπιστεί ως προσωρινή διαταραχή ή ως ακόμη ένας κρίκος σε μια αλυσίδα επαναλαμβανόμενων δυσκολιών.

    Η πρόσφατη κακοκαιρία δεν αποτέλεσε μεμονωμένο γεγονός, αλλά ακόμη ένα επεισόδιο που ανέδειξε γνωστές αδυναμίες και επαναλαμβανόμενα όρια. Η πραγματική της αποτίμηση δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των ζημιών ή τη διάρκεια των φαινομένων, αλλά από το αν τα συμπεράσματα αυτής της εμπειρίας θα ενσωματωθούν στον τρόπο που η χώρα προετοιμάζεται και αντιδρά. Μέχρι τότε, κάθε έντονο φαινόμενο θα συνεχίζει να λειτουργεί ως υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

    Σχετικά Άρθρα