Όταν είσαι στην Κεφαλονιά, το καταλαβαίνεις από πράγματα που δεν γράφουν πάνω τους Κεφαλονιά. Υπάρχουν τόποι που αναγνωρίζονται αμέσως από το τοπίο τους και τόποι που αναγνωρίζονται από τον τρόπο που λειτουργεί η μέρα, και το νησί είναι από εκείνους που, όσο κι αν εντυπωσιάζουν στο πρώτο βλέμμα, γράφουν περισσότερο στο δεύτερο. Στο πώς ανοίγουν τα ρολά το πρωί, στο πώς κινείται μια πόλη όταν δεν έχει λόγο να κάνει επίδειξη, στο πώς μια απλή δουλειά καταλήγει να χρειάζεται δύο στάσεις, ένα τηλέφωνο και μια κουβέντα στον δρόμο. Αυτό το καθημερινό, το μικρό και το φαινομενικά ασήμαντο είναι που φτιάχνει την αίσθηση ότι εδώ υπάρχει ένας τρόπος ζωής, όχι απλώς ένα ωραίο φόντο, και μέσα σε αυτόν τον τρόπο ζωής χωράει και η κούραση και η γκρίνια και η ευκολία του να γελάσει κανείς με τα στραβά, γιατί αλλιώς η μέρα δεν βγαίνει.
Η καθημερινότητα του νησιού έχει αρκετό υλικό μόνη της. Έχει τις αντιφάσεις της, τις δυσκολίες της, τις εμμονές της, τις μικρές της απολαύσεις, και κυρίως έχει ένα χιούμορ που δεν είναι στόλισμα, αλλά εργαλείο. Όχι το χιούμορ του ευφυολογήματος, αλλά το χιούμορ του ανθρώπου που ζει σε μικρή κοινωνία και ξέρει ότι, αν δεν γελάσει με τα στραβά, θα τσακωθεί με όλους ή θα τα κρατήσει μέσα του. Γι’ αυτό και το πιο “από μέσα” σημάδι δεν είναι κάποια μεγάλη εικόνα ή κάποια μεγάλη φράση, αλλά οι μικρές κουβέντες που ακούγονται χωρίς προσπάθεια: σε καφενείο, σε ουρά, σε έναν πάγκο, σε μια στάση στον δρόμο. Ένα σχόλιο που είναι μισό γκρίνια και μισό χαμόγελο, μια ατάκα που κόβει την ένταση πριν γίνει καβγάς, μια παρατήρηση που δεν είναι κήρυγμα αλλά υπενθύμιση ότι εδώ ο κόσμος ζει κοντά και, θέλοντας και μη, πρέπει να βρίσκει τρόπους να συνυπάρχει.
Η σχέση με τον χρόνο είναι χαρακτηριστική, όχι γιατί δεν υπάρχουν υποχρεώσεις, αλλά γιατί η αίσθηση του χρόνου δεν έχει το ύφος του κανονισμού. Οι μέρες δεν κυλούν σαν σειρά από άκαμπτα κουτάκια που πρέπει να κλείσουν τέλεια. Κυλούν σαν ροή που απλώνεται λίγο παραπάνω, με λιγότερη αυστηρότητα και με περισσότερο περιθώριο για το απρόβλεπτο, γιατί έτσι είναι οι μικροί τόποι: η μέρα περνάει από ανθρώπους. Υπάρχει μια γενική χαλαρότητα στην κίνηση και στην αναμονή, όχι με την έννοια της αδιαφορίας, αλλά με την έννοια ότι σπάνια θα δει κανείς τη ζωή σαν στρατιωτικό πρόγραμμα. Μια δουλειά θα τραβήξει, μια στάση θα προκύψει, μια κουβέντα θα ανοίξει, και η βιασύνη, όσο κι αν υπάρχει, δεν καταφέρνει πάντα να γίνει κυρίαρχη. Αυτό, σε όποιον έρχεται απ’ έξω, μοιάζει άλλοτε με καθυστέρηση και άλλοτε με πολυτέλεια. Σε όποιον ζει εδώ, είναι απλώς το φυσιολογικό. Και όταν κάποιος πάει να το πάρει πολύ στα σοβαρά, συνήθως θα ακουστεί μια καυστική ατάκα, όχι για να προσβάλει, αλλά για να επαναφέρει τα πράγματα στο μέτρο, σαν μικρή βαλβίδα αποσυμπίεσης πριν γίνει η ένταση μόνιμη κατάσταση.
Αυτό συνδέεται άμεσα με το πώς μετριούνται οι αποστάσεις, γιατί στην Κεφαλονιά η απόσταση δεν είναι μόνο χιλιόμετρα. Είναι δρόμος, στροφές, ορατότητα, ώρα, κίνηση, συνθήκες, και ένα σωρό μικρά πρακτικά πράγματα που δεν τα γράφει ο χάρτης. Είναι το αν θα πετύχει κανείς κάποιο μεγάλο όχημα σε σημείο που δεν σηκώνει εύκολα προσπέραση, το αν θα υπάρχει ένα έργο που υποτίθεται ότι κράτησε λίγο αλλά τελικά έγινε μόνιμο κομμάτι της διαδρομής, το αν η μέρα “σου κάθεται” ή σε πάει κόντρα. Αυτή η λογική δεν είναι ρομαντική περιγραφή, είναι καθημερινή εμπειρία, και έχει αποτέλεσμα πάνω στους ανθρώπους, γιατί η μετακίνηση εδώ σπάνια είναι ουδέτερη. Θέλει προσοχή, θέλει παρουσία, θέλει μια μικρή υπομονή που δεν την καλλιεργείς από ιδεολογία, αλλά επειδή αλλιώς δεν γίνεται. Και μέσα σε αυτό, φτιάχνεται ένας ρυθμός που, όσο κι αν εκνευρίζει κάποιες μέρες, στην πράξη κάνει τον κόσμο να κινείται λίγο πιο συνειδητά, λίγο πιο προσεκτικά, λίγο πιο προσγειωμένα από ό,τι θα κινούνταν σε έναν τόπο που όλα είναι ευθεία και όλα είναι δεδομένα.
Η καθημερινότητα του νησιού δεν είναι μόνο “πόλη” και δεν χρειάζεται να στριμωχτεί σε μία εικόνα τύπου Αργοστόλι, γιατί το κεφαλονίτικο ύφος το βρίσκει κανείς παντού, με διαφορετικές εκδοχές. Το βρίσκει στο πώς θα δοθούν οδηγίες με σημάδια που έχουν μνήμη, στο πώς μια στάση σε ένα μαγαζί μπορεί να γίνει μικρή ανταλλαγή νέων, στο πώς μια κουβέντα ανοίγει εύκολα και κλείνει ακόμη πιο εύκολα, χωρίς να χρειάζεται να μπει βάρος. Το βρίσκει σε εκείνη τη μικρή νησιώτικη “κοινωνική τριβή” που άλλοτε είναι ευλογία και άλλοτε σε πιέζει, αλλά σχεδόν ποτέ δεν είναι ψεύτικη. Και το χιούμορ, σε αυτή την τριβή, εμφανίζεται σαν αντανακλαστικό. Δεν είναι επιτήδευση, είναι μηχανισμός. Ένα σχόλιο για κάτι στραβό, μια γρήγορη παρατήρηση που λέει πολλά χωρίς να σηκώσει τόνο, ένα πείραγμα που κόβει τη σοβαροφάνεια και κρατάει τις αποστάσεις ανθρώπινες.
Το πείραγμα είναι κομβικό στοιχείο, αλλά όχι με την έννοια του “αστείου” όπως συχνά παρουσιάζεται απ’ έξω. Το κεφαλονίτικο πείραγμα είναι κοινωνικός μηχανισμός. Λειτουργεί σαν τρόπος ένταξης, σαν τεστ οικειότητας, σαν τρόπος να ειπωθεί κάτι σοβαρό χωρίς να στηθεί σκηνή, και σε μικρές κοινωνίες αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, είναι όρος επιβίωσης. Η ευγένεια εδώ δεν είναι πάντα φορμαλισμός, είναι σχέση, και η σχέση έχει και τα αγκάθια της. Όταν υπάρχει οικειότητα, υπάρχει και το δικαίωμα του σχολίου, κι αυτό πολλές φορές παίρνει μορφή χιούμορ. Δεν είναι πάντα λεπτό. Μπορεί να είναι κοφτερό. Μπορεί να είναι καυστικό. Αλλά συχνά έχει έναν σκοπό: να ειπωθεί η αλήθεια χωρίς να γίνει κήρυγμα, να ειπωθεί ένα παράπονο χωρίς να γίνει μιζέρια που καταπίνει τη μέρα, να μαζευτεί μια ένταση πριν γίνει ρήξη. Και αυτό ακριβώς είναι το “από μέσα”: η δυνατότητα μιας κοινωνίας να κρατάει τις σχέσεις ζωντανές, ακόμη κι όταν είναι νευρικές, με τρόπους που δεν γράφονται σε κανόνες αλλά λειτουργούν στην πράξη.
Αυτό φαίνεται έντονα στον καφέ, όχι σαν ρόφημα αλλά σαν κοινωνική υποδομή. Ο καφές στο νησί δεν είναι μόνο έξοδος. Είναι χώρος ανταλλαγής πληροφοριών, χώρος εκτόνωσης, χώρος συνάντησης, και καμιά φορά χώρος άτυπης αλληλοβοήθειας. Σε μια πόλη, η πληροφορία περνάει από εφαρμογές. Σε ένα νησί, περνάει από στόματα. Και αυτό έχει δύο όψεις. Η μία είναι το κουτσομπολιό, που μπορεί να κουράσει και να ενοχλήσει, ειδικά όταν νιώθει κανείς ότι δεν υπάρχει ιδιωτικότητα ούτε για δείγμα. Η άλλη είναι η πρακτική γνώση που, όσο κι αν ακούγεται παλιομοδίτικη, συχνά λύνει προβλήματα: ποιος χρειάζεται κάτι, ποιος ψάχνει δουλειά, ποιος έχει δυσκολία, ποιος μπορεί να βοηθήσει, ποιος ξέρει ποιον, ποιος έχει ένα τηλέφωνο που “κάνει”. Και το χιούμορ εδώ λειτουργεί σαν φίλτρο για να μην γίνει η κουβέντα βαριά. Δεν εξαφανίζει τις δυσκολίες, αλλά τις κάνει πιο υποφερτές. Δεν ακυρώνει το πρόβλημα, αλλά δεν το αφήνει να γίνει ολόκληρη ταυτότητα. Αυτό είναι, στην ουσία, ένα από τα πιο πραγματικά χαρακτηριστικά του τόπου: όχι ότι όλοι είναι μόνιμα χαλαροί, αλλά ότι έχουν αναπτύξει τρόπους να αντέχουν.
Ο καιρός είναι από τα πιο παρεξηγημένα στοιχεία όταν γράφεται “τουριστικά”. Στην καθημερινότητα ο καιρός δεν είναι θέμα εντυπώσεων. Είναι θέμα προγράμματος και πρακτικής. Είναι το αν θα στεγνώσουν τα ρούχα ή θα μείνουν μισά και θα μυρίζουν υγρασία, το αν θα μπορέσει να ανοίξει ένα παράθυρο ή θα γίνει το σπίτι ανεμοδρόμιο, το αν θα περάσει το καράβι χωρίς ταλαιπωρία ή αν θα υπάρξει εκείνη η μικρή νευρικότητα που όλοι γνωρίζουν και που, όσο κι αν δεν λέγεται δυνατά, είναι πάντα παρούσα όταν φυσάει. Οι αλλαγές εδώ μπορεί να είναι γρήγορες και αυτό δεν τις κάνει “μαγικές”, τις κάνει απαιτητικές. Και η απαίτηση αυτή έχει γεννήσει μια πολύ συγκεκριμένη συμπεριφορά, ευελιξία, όχι θεωρητική αλλά πρακτική. Σήμερα έτσι, αύριο αλλιώς. Το πρόγραμμα δεν είναι ιερό. Ιερό είναι να βγει η μέρα. Και όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο αυτό γίνεται δεύτερη φύση, μαζί με την κλασική παραδοχή ότι δεν γίνεται αλλιώς, άρα πάμε παρακάτω.
Υπάρχει, επίσης, η πολύ συγκεκριμένη εμπειρία της εποχικότητας, που σε άλλα μέρη είναι απλώς τουρισμός, ενώ εδώ είναι διπλή ζωή. Το καλοκαίρι δεν είναι η ίδια πραγματικότητα με τον χειμώνα, όχι σαν τοπίο αλλά σαν ρυθμός. Οι δρόμοι γεμίζουν, τα ωράρια τεντώνουν, η υπομονή δοκιμάζεται, οι υπηρεσίες πιέζονται, η αγορά λειτουργεί σε ένταση, κι αυτό έχει και ωραία και κουραστικά. Έχει ζωντάνια και έχει και εκείνο το αίσθημα ότι κάποια στιγμή δεν χωράει άλλος, ότι όλα τραβάνε μέχρι το όριο. Μετά, όταν πέσει η σεζόν, υπάρχει το απότομο άδειασμα που στην αρχή μοιάζει με ανακούφιση και μετά, σε δεύτερο χρόνο, γίνεται και μια μικρή μελαγχολία, όχι επειδή λείπει ο κόσμος ως κόσμος, αλλά επειδή αλλάζει το οικονομικό και κοινωνικό κλίμα. Το νησί συμμαζεύεται, οι ρυθμοί πέφτουν, η κίνηση ησυχάζει, ο χειμώνας φέρνει μια πιο κανονική ζωή αλλά και τις κλασικές δυσκολίες της, λιγότερες επιλογές, λιγότερη κίνηση, περισσότερη αίσθηση ότι το κάθε τι θέλει προγραμματισμό. Κι όμως, μέσα σε αυτό το μπρος πίσω, το χιούμορ μένει σταθερό, σαν μικρή άμυνα απέναντι στην κούραση. Κάθε καλοκαίρι θα ακουστεί το παράπονο για την κίνηση και τις τιμές. Κάθε χειμώνα θα ακουστεί το παράπονο για τη σιωπή και την ακινησία. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στα δύο, στο τέλος, υπάρχει η ίδια συνήθεια: η μέρα πρέπει να βγει.
Η φιλοξενία και το φαγητό είναι άλλο στοιχείο που φαίνεται γραφικό μόνο όταν γράφεται επιφανειακά. Στην πραγματικότητα είναι κοινωνικός δεσμός. Στα κεφαλονίτικα σπίτια και τραπέζια το φαγητό δεν λειτουργεί ως επιλογή μερίδας. Λειτουργεί ως πράξη φροντίδας. Θα μπει παραπάνω στο πιάτο, συχνά χωρίς ερώτηση. Θα υπάρξει δεύτερος γύρος. Θα υπάρξει και το κλασικό πάρε και για αύριο, που δεν είναι θέατρο αλλά πρακτική. Αύριο υπάρχει δουλειά, υπάρχει τρέξιμο, άρα γιατί να μη λυθεί από σήμερα ένα μικρό κομμάτι της μέρας του άλλου. Σε αυτό υπάρχει κάτι πολύ από μέσα και ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρον, γιατί δείχνει πώς μια κοινωνία επινοεί τρόπους συνοχής. Δεν είναι μόνο γεύση. Είναι κοινωνική λειτουργία. Και φυσικά συνοδεύεται από χιούμορ, γιατί ακόμη κι εδώ, η υπερβολή γίνεται αφορμή για ατάκα. Όλοι ξέρουν ότι το λίγο δεν είναι πάντα λίγο. Το λένε, γελάνε, τρώνε, συνεχίζουν.
Κι αν χρειάζεται ένα κλείσιμο που να πατάει γήινα και καθαρά, χωρίς μεγάλες δηλώσεις και χωρίς να φορτώσει στον τόπο ρόλο που δεν έχει, αρκεί αυτό: η Κεφαλονιά φαίνεται πιο καθαρά όταν κανείς δεν προσπαθεί να την περιγράψει. Φαίνεται όταν η μέρα κυλάει όπως κυλάει εδώ, με τις στάσεις της, με τη χαλαρότητά της, με την οικειότητά της, με τη γκρίνια που ξεφουσκώνει πριν γίνει βάρος, με το πείραγμα που κρατάει τις σχέσεις ζωντανές, με τις μικρές πρακτικές φροντίδες που δεν διαφημίζονται, με την αίσθηση ότι ο τόπος δεν είναι προϊόν αλλά καθημερινότητα. Αυτό είναι το σημάδι που δεν γράφει πάνω του Κεφαλονιά. Δεν είναι ταμπέλα. Είναι η ζωή όπως είναι, με τις αντιφάσεις της, με την πρακτική της σοφία, με το χιούμορ της, και με εκείνη την πολύ συγκεκριμένη αίσθηση ότι, όσο κι αν η μέρα κουράζει, πάντα θα βρεθεί ένας τρόπος να ξαναμπεί μια ισορροπία, σε μια κουβέντα στον δρόμο, σε έναν καφέ που τραβάει λίγο παραπάνω, σε ένα τραπέζι που ανοίγει χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη αφορμή, ή σε μια εικόνα που εμφανίζεται εκεί που δεν την περίμενε κανείς και, για λίγα δευτερόλεπτα, αρκεί.
