Η παράσταση «Οι Θεοί του Αίνου» παρουσιάστηκε από τη θεατρική και μουσική ομάδα του Βαλλιάνειου Λυκείου Κεραμειών στο Δημοτικό Θέατρο «Ο Κέφαλος» στο Αργοστόλι, στις 28 και 29 Ιανουαρίου 2026. Πρόκειται για σχολική κωμωδία με μουσικά μέρη, σε κείμενο και σκηνοθεσία του Ηλία Τουμασάτου, που χρησιμοποιεί ως αφετηρία τον κόσμο της μυθολογίας και μεταφέρει τη δράση στην Κεφαλονιά, με τον Αίνο να γίνεται το σημείο αναφοράς μιας ιστορίας όπου οι θεοί, αντί να μένουν στον “δικό τους” χώρο, βρίσκονται για λίγο μέσα σε μια πραγματικότητα που έχει τοπικά χαρακτηριστικά, τοπικές αντιδράσεις, και έναν τρόπο να σχολιάζει τα πράγματα όπως τα σχολιάζουμε εδώ.
Παρακολουθήσαμε την παράσταση και μείναμε έκπληκτοι από το αποτέλεσμα. Ήταν εξαιρετική και το λέμε με τον πιο απλό τρόπο, όπως το νιώσαμε μέσα στην αίθουσα, γιατί η βραδιά είχε συνοχή και κράτησε την προσοχή του κοινού από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ οι ερμηνείες των μαθητών ήταν πολύ καλές και έδιναν στην ιστορία μια καθαρή ροή. Δεν υπήρχε η αίσθηση μιας “τυπικής” σχολικής εμφάνισης που γίνεται για να γίνει, αλλά μιας ομαδικής δουλειάς που είχε οργανωθεί και παρουσιαστεί με φροντίδα, με σκηνές που διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς να χάνεται το νήμα, με αλλαγές που δεν έσπαγαν τη βραδιά και με μια ενέργεια που έμενε σταθερή.
Η κωμωδία, ειδικά όταν έχει και τραγούδι, ζητάει να υπάρχει ένα κοινό μέτρο στην εικόνα και στον χρόνο, γιατί αλλιώς η ιστορία σπάει σε κομμάτια. Εδώ, η αίσθηση ήταν ότι η παράσταση προχωρούσε βήμα-βήμα, χωρίς να χρειάζεται ο θεατής να “μαζεύει” από μόνος του τι συμβαίνει, και αυτό φαινόταν και από την αντίδραση της αίθουσας, από το ότι ο κόσμος παρακολουθούσε, περίμενε τις εξελίξεις, γελούσε στα σημεία που η ιστορία άνοιγε χώρο για γέλιο και επέστρεφε ξανά στη ροή χωρίς να χάνει τη συγκέντρωσή του.
Οι μαθητές, σε όλο το έργο, ήταν πάνω στη σκηνή με καθαρή παρουσία και με διαλόγους που ακούγονταν, κάτι που είναι πάντα βασικό όταν μια παράσταση στηρίζεται στον λόγο, στα γρήγορα περάσματα και στις κωμικές καταστάσεις. Το ωραίο σε μια σχολική ομάδα είναι όταν φαίνεται ότι το αποτέλεσμα δεν είναι υπόθεση ενός-δύο παιδιών, αλλά μιας συλλογικής προσπάθειας, και εδώ αυτό ακριβώς έβγαινε, με τους ρόλους να κουμπώνουν μέσα στην ιστορία, με τις αντιδράσεις να έρχονται την ώρα που πρέπει και με την εικόνα να δείχνει ομάδα, όχι με την έννοια μιας “τεχνικής επίδοσης”, αλλά με την έννοια ότι όλα αυτά είχαν δουλευτεί μαζί και είχαν παρουσιαστεί σαν ένα ενιαίο πράγμα.
Τα μουσικά μέρη ήταν παρόντα μέσα στη βραδιά και δεν έμοιαζαν με κάτι ανεξάρτητο που μπαίνει απλώς για να ακουστεί. Υπήρχε μια συνέχεια από σκηνή σε σκηνή και τα τραγούδια έδιναν αλλαγή ρυθμού χωρίς να βγαίνουμε από την ιστορία. Σε τέτοιες παραστάσεις αυτό έχει σημασία, γιατί όταν το τραγούδι “κόβει” απότομα, ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί δύο διαφορετικά πράγματα, ενώ όταν μένει μέσα στο πνεύμα της ιστορίας, η βραδιά κυλά πιο φυσικά, και εδώ υπήρχε αυτή η αίσθηση.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της παράστασης ήταν το χιούμορ και ο τρόπος που αυτό συνδέθηκε με την κεφαλλονίτικη κουλτούρα και τη διάλεκτο. Η διάλεκτος δεν εμφανίστηκε σαν ένα τυπικό “τοπικό χρώμα” για να θυμίζει απλώς πού βρισκόμαστε, αλλά ήταν παρούσα στον τρόπο που μιλούσαν οι ρόλοι, στις εκφράσεις, στους ρυθμούς των διαλόγων, σε εκείνη τη γνώριμη κεφαλλονίτικη στροφή που κάνει μια κουβέντα να ακούγεται αλλιώς. Αυτό έδινε στην ιστορία έναν τόνο οικείο, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ή να εξηγηθεί, γιατί ο κόσμος το αναγνώριζε αμέσως, και αυτό ακούστηκε στο γέλιο μέσα στην αίθουσα, που ερχόταν σαν αντίδραση σε καταστάσεις και όχι σαν υποχρεωτικό “χειροκρότημα” σε μια ατάκα.
Το αστείο, όταν στηρίζεται σε καταστάσεις, κρατάει περισσότερο και δεν εξαντλείται σε μεμονωμένα σημεία. Εδώ, η αίσθηση ήταν ότι η ιστορία γεννάει το χιούμορ της, καθώς οι μυθολογικοί χαρακτήρες έρχονται σε επαφή με έναν τόπο που έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία, με ανθρώπους που απαντούν με τον τρόπο που απαντούν οι Κεφαλονίτες, με μια καθημερινότητα που δεν εντυπωσιάζεται εύκολα, και έτσι το έργο προχωρούσε με σκηνές που άφηναν χώρο να συμβεί κάτι κωμικό, χωρίς να βασίζεται σε μια σειρά από “έξυπνες” φράσεις που απλώς περνούν και χάνονται.
Η κεφαλλονίτικη διάλεκτος, όταν ανεβαίνει στη σκηνή, έχει μια ιδιαιτερότητα, γιατί είναι πολύ άμεση και πολύ αναγνωρίσιμη, και μπορεί εύκολα είτε να τραβήξει την προσοχή από την ιστορία είτε να γίνει μέρος της ιστορίας. Στην παράσταση που είδαμε, ήταν παρούσα σαν μέρος της αφήγησης, σαν τρόπος να ειπωθούν οι σκηνές, και αυτό βοηθούσε να υπάρχει μια σταθερή σχέση ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό, γιατί άκουγες κάτι που σου είναι κοντινό, αλλά σε ένα πλαίσιο θεατρικό, με ρυθμό, με εναλλαγές, με πρόσωπα και με μουσικό στοιχείο. Αυτό, σε μια αίθουσα όπως του «Κεφάλου», κάνει τη βραδιά να έχει έναν συγκεκριμένο παλμό, μια αίσθηση ότι το κοινό δεν είναι απλώς θεατής, αλλά συμμετέχει με την αντίδρασή του.
Αυτό που μείναμε να λέμε μετά την παράσταση ήταν πολύ απλό. Ότι τα παιδιά έδωσαν κάτι πολύ καλό, ότι οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές και ότι το χιούμορ έπιασε, κυρίως επειδή είχε τοπική γλώσσα και τοπική ματιά. Και αυτό είναι που αξίζει να γραφτεί καθαρά, χωρίς να το κάνουμε κριτική, γιατί δεν είναι θέμα να βαθμολογηθεί μια παράσταση, αλλά να καταγραφεί μια βραδιά που πέτυχε τον σκοπό της και άφησε στον κόσμο την αίσθηση ότι άξιζε να βρεθεί στο θέατρο.
Είναι επίσης σημαντικό, σε τέτοιες περιπτώσεις, να μένει καθαρό ότι πίσω από ένα σχολικό ανέβασμα υπάρχει χρόνος, πρόβες και συνεννόηση, πράγματα που δεν φαίνονται πάντα, αλλά τα καταλαβαίνει κανείς όταν το σύνολο προχωρά χωρίς “κενά” και όταν μια ομάδα μπορεί να κρατήσει μια βραδιά χωρίς να χαθεί η συνοχή. Η παράσταση είχε πολλούς χαρακτήρες, είχε αλλαγές, είχε μουσική, είχε τοπικό λόγο, και όλα αυτά χρειάζονται μια κοινή προετοιμασία για να παρουσιαστούν σε θέατρο μπροστά σε κοινό.
Το κοινό στο Δημοτικό Θέατρο «Ο Κέφαλος» ήταν παρόν με τρόπο που θύμιζε κανονική θεατρική βραδιά, με προσοχή και με αντίδραση, κάτι που βοηθά και τους ίδιους τους μαθητές να νιώσουν ότι βρίσκονται σε μια πραγματική σκηνική συνθήκη, όχι σε μια “σχολική αίθουσα”. Στις δύο αυτές ημερομηνίες, η παράσταση είχε τη διάθεση ενός γεγονότος που συζητιέται, όχι γιατί πρέπει να ειπωθεί κάτι, αλλά γιατί ο κόσμος βγήκε, είδε, γέλασε, γύρισε σπίτι και το ανέφερε την επόμενη μέρα όπως συμβαίνει όταν μια βραδιά έχει αφήσει εντύπωση.
Η παράσταση «Οι Θεοί του Αίνου» παρουσιάστηκε ως σχολική κωμωδία με μουσικά μέρη στο Δημοτικό Θέατρο «Ο Κέφαλος», σε κείμενο και σκηνοθεσία του Ηλία Τουμασάτου, και παρακολουθήθηκε από κοινό που γέμισε την αίθουσα και ακολούθησε τη ροή της ιστορίας. Οι μαθητές συμμετείχαν σε όλους τους ρόλους της παράστασης, τόσο στο θεατρικό όσο και στο μουσικό κομμάτι, σε μια δουλειά που βασίστηκε στη συλλογική προετοιμασία και στην παρουσία επί σκηνής. Η παράσταση ήταν μια εξαιρετική προσπάθεια των παιδιών και του σκηνοθέτη Ηλία Τουμασάτου, που δούλεψαν ως ομάδα και παρουσίασαν ένα αποτέλεσμα που κέρδισε το κοινό, ενώ το χιούμορ αξιοποίησε την κεφαλλονίτικη κουλτούρα και τη διάλεκτο, στοιχεία που ήταν παρόντα σε όλη τη διάρκεια και συνέβαλαν στη συνολική εικόνα της βραδιάς.
