Ιστορία

    «Τρελοκεφαλονίτες»: η ιστορία ενός στερεοτύπου

    Από τη σατιρική παράδοση μέχρι την «κουρλοσύνη» ως τοπική ταυτότητα: πώς γεννήθηκε και τι σημαίνει το στερεότυπο του «τρελοκεφαλονίτη».

    Από Η Ομάδα του Kefalonian Globe
    •
    7 λεπτά ανάγνωσης
    Κεφαλονιάτοπική ταυτότητασάτιραΆγιος ΓεράσιμοςΛηξούριΑργοστόλι
    Εικαστική απεικόνιση παρέας σε κεφαλονίτικο καφενείο — εικόνα δημιουργημένη με τεχνητή νοημοσύνη

    Ένα νησί με φήμη

    Πριν από τρεις μέρες, στις 20 Οκτωβρίου, η Κεφαλονιά γιόρτασε τον πολιούχο της, τον Άγιο Γεράσιμο. Η εκκλησιαστική παράδοση τον συνδέει με τη φροντίδα των ψυχικά και σωματικά ασθενών και με τη θεραπεία των «δαιμονισμένων». Για ένα νησί που η υπόλοιπη Ελλάδα θεωρεί το πιο «κουρλό» της χώρας, η σύμπτωση είναι τουλάχιστον εύγλωττη.

    Ο «τρελοκεφαλονίτης» είναι από τα πιο ανθεκτικά τοπικά στερεότυπα της χώρας. Τον συναντά κανείς σε ανέκδοτα, σε πειράγματα στρατιωτικών θαλάμων, σε φοιτητικές εστίες και σε τίτλους αθλητικών ιστοσελίδων. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι ότι οι άλλοι μάς αποκαλούν τρελούς. Είναι ότι εμείς οι ίδιοι το λέμε με κάποια περηφάνια.

    Από πού προέρχεται αυτή η φήμη; Τι ακριβώς περιγράφει; Και γιατί ένας χαρακτηρισμός που αλλού θα θεωρούνταν προσβολή, εδώ λειτουργεί σχεδόν ως παράσημο;

    «Κουρλός»: μια λέξη με τοπική προφορά

    Στο νησί η τρέλα έχει τη δική της λέξη. Ο «κουρλός» δεν είναι ακριβώς ο τρελός της κοινής νεοελληνικής. Είναι ο απρόβλεπτος, ο πεισματάρης, αυτός που λέει ό,τι σκέφτεται και κάνει ό,τι αποφασίσει, ακόμη κι αν δεν βγάζει νόημα για κανέναν άλλον. Η λέξη ανήκει στο επτανησιακό ιδίωμα, που διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό κάτω από τη μακρά ενετική κυριαρχία στα Επτάνησα.

    Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη «ημερομηνία γέννησης» του στερεοτύπου. Δεν βρίσκεται σε κάποιο ιδρυτικό κείμενο ή σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Ζει κυρίως στον προφορικό λόγο: στα ανέκδοτα, στις ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά, στα πειράγματα ανάμεσα σε νησιά και περιοχές.

    Αυτό που μπορεί να καταγραφεί με βεβαιότητα είναι η σημερινή του χρήση. Όταν η ομάδα μπάσκετ του ΝΕΟ Ληξουρίου ανέβηκε μέσα σε λίγα χρόνια από τα τοπικά πρωταθλήματα στη Β΄ Εθνική, ο αθλητικός Τύπος εξήγησε την άνοδό της ακριβώς με την «τρέλα» των Κεφαλονιτών. Το στερεότυπο, δηλαδή, δεν χρησιμοποιείται μόνο για να εξηγήσει μια παραξενιά. Χρησιμοποιείται και για να εξηγήσει μια επιτυχία που κανείς δεν περίμενε.

    Μια διαφορετική ιστορική διαδρομή

    Κάθε στερεότυπο ξεκινά από μια αίσθηση διαφοράς. Στην περίπτωση της Κεφαλονιάς, η διαφορά έχει ιστορικό υπόβαθρο. Πέρα από ένα σύντομο οθωμανικό διάστημα στα τέλη του 15ου αιώνα, το νησί έζησε για αιώνες υπό ενετική διοίκηση, όπως και τα υπόλοιπα Επτάνησα, και η περίοδος αυτή άφησε βαθιά σημάδια στη γλώσσα και στον πολιτισμό του. Ακολούθησαν οι Γάλλοι και οι Βρετανοί, και η ένωση με την Ελλάδα ήρθε μόλις το 1864.

    Αυτό σήμαινε άλλους θεσμούς, άλλη παιδεία, άλλη σχέση με την Ευρώπη. Οι γόνοι των εύπορων οικογενειών σπούδαζαν στην Ιταλία και αργότερα σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Η γλώσσα γέμισε ιταλικές λέξεις. Η μουσική, η αρχιτεκτονική και η κοινωνική ζωή ακολούθησαν διαφορετικούς ρυθμούς από εκείνους της ηπειρωτικής Ελλάδας.

    Όταν δύο κοινότητες έρχονται σε επαφή μετά από αιώνες διαφορετικής εξέλιξης, η μία βλέπει την άλλη ως «παράξενη». Είναι μια εύλογη υπόθεση ότι ένα μέρος της φήμης των Κεφαλονιτών γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη συνάντηση: ό,τι ήταν απλώς διαφορετικό, χαρακτηρίστηκε εκκεντρικό. Πρόκειται, ωστόσο, για ερμηνεία και όχι για τεκμηριωμένο ιστορικό γεγονός.

    Το ίδιο ισχύει και για μια συχνή εξήγηση που ακούγεται στο νησί: ότι οι σεισμοί, η ζωή σε ένα έδαφος που συνεχώς κινείται, γέννησαν ανθρώπους που δεν παίρνουν τίποτα πολύ στα σοβαρά. Είναι ωραία ιστορία. Δεν είναι απόδειξη.

    Ένα νησί που γελούσε με τον εαυτό του

    Αν η ιστορική διαδρομή εξηγεί γιατί οι Κεφαλονίτες φάνηκαν διαφορετικοί, η σατιρική παράδοση του νησιού εξηγεί γιατί η διαφορά αυτή απέκτησε φωνή. Τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, η Κεφαλονιά ανέδειξε μια σειρά από σατιρικούς ποιητές που στόχευαν χωρίς δισταγμό την εξουσία, τον κλήρο, τους άρχοντες και, συχνά, τους ίδιους τους συμπατριώτες τους.

    Ο πιο γνωστός, ο Ανδρέας Λασκαράτος, έχει ήδη απασχολήσει τις σελίδες μας. Δίπλα του, όμως, στέκονται και άλλοι. Ο Μικέλης Άβλιχος, γεννημένος στο Ληξούρι το 1844, σπούδασε στη Βέρνη, ήρθε σε επαφή με τις αναρχικές ιδέες της εποχής και επέστρεψε στο Ληξούρι, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του το 1917. Έμεινε αθεϊστής ως το τέλος και ζήτησε από τους φίλους του να μην τον θρηνήσουν, γιατί, όπως έλεγε, δεν πήγαινε στον θάνατο αλλά στη ζωή.

    Στο Αργοστόλι, ο Γεώργιος Μολφέτας (1871–1916) συνέχισε την ίδια γραμμή με τη σατιρική του ποίηση. Οι δύο πόλεις, που σε τόσα άλλα διαφωνούσαν, συμφωνούσαν τουλάχιστον σε αυτό: ότι τίποτα δεν είναι τόσο ιερό ώστε να μην μπορεί να γίνει αντικείμενο αστεϊσμού.

    Μια κοινωνία που παράγει τέτοιες φωνές δεν είναι απαραίτητα «τρελή». Είναι όμως μια κοινωνία που ανέχεται, και συχνά απολαμβάνει, την ασέβεια. Για έναν εξωτερικό παρατηρητή, η διάκριση ανάμεσα στα δύο δεν είναι πάντα εύκολη.

    Από ετικέτα σε ταυτότητα

    Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του στερεοτύπου σήμερα είναι ότι οι Κεφαλονίτες το έχουν υιοθετήσει. Σε κείμενα που γράφουν οι ίδιοι για την καταγωγή τους, η «κουρλοσύνη» εμφανίζεται όχι ως ελάττωμα αλλά ως βασικό συστατικό του τοπικού χαρακτήρα, κάτι εξίσου φυσικό με τους σεισμούς, τις ντοπιολαλιές και τη σκιά του Αίνου.

    Η ίδια ασέβεια φτάνει και μέχρι τον πολιούχο. Στο νησί κυκλοφορεί, σε διάφορες παραλλαγές, η ιστορία του χαρτοπαίκτη που κάθε φορά που έχανε έβριζε τον Άγιο Γεράσιμο. Όταν οι συμπαίκτες του τον απείλησαν ότι θα τον διώξουν από το τραπέζι, σταμάτησε να βρίζει και άρχισε να φτύνει σιωπηλά στο καπέλο του. Το ανέκδοτο λέει κάτι ουσιαστικό: ο Κεφαλονίτης δεν σέβεται λιγότερο τον άγιό του. Απλώς τον θεωρεί αρκετά δικό του ώστε να του θυμώνει.

    Το στερεότυπο, λοιπόν, λειτουργεί διπλά. Προς τα έξω, είναι μια ετικέτα που κολλούν οι άλλοι. Προς τα μέσα, είναι ένας τρόπος να πει κανείς «εμείς είμαστε αλλιώς» χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει πώς. Όταν ένας Κεφαλονίτης λέει «είμαστε κουρλοί», συνήθως δεν απολογείται. Δηλώνει.

    Τι κάνει ένα στερεότυπο σε μια κοινότητα;

    Η κοινωνική ψυχολογία έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες, με τη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας των Henri Tajfel και John Turner, πώς οι ομάδες χτίζουν την αυτοεικόνα τους μέσα από τη σύγκριση με τους «άλλους». Μια κοινότητα χρειάζεται κάτι που να τη διακρίνει. Όταν το διακριτικό αυτό το δίνουν οι άλλοι με τη μορφή ειρωνείας, η ομάδα έχει δύο επιλογές: να το αρνηθεί ή να το οικειοποιηθεί και να του αλλάξει πρόσημο.

    Οι Κεφαλονίτες, φαίνεται, διάλεξαν το δεύτερο. Η «τρέλα» μεταφράστηκε σε ανεξαρτησία, σε ελευθεροστομία, σε άρνηση να συμμορφωθεί κανείς σε ό,τι θεωρείται κανονικό. Είναι μια βολική μετάφραση, γιατί δίνει στον καθένα την άδεια να είναι λίγο πιο ιδιόρρυθμος χωρίς να του ζητηθούν εξηγήσεις.

    Υπάρχει όμως και μια λιγότερο αστεία πλευρά. Όταν η λέξη «τρελός» γίνεται χαρακτηρισμός κύρους, κινδυνεύει να ξεχαστεί ότι η πραγματική ψυχική δυσκολία δεν είναι ούτε γραφική ούτε χαριτωμένη. Είναι ειρωνεία της ιστορίας ότι ο άγιος του νησιού τιμάται ακριβώς για τη φροντίδα όσων υπέφεραν ψυχικά. Η παράδοση της Κεφαλονιάς, δηλαδή, περιέχει ήδη και τις δύο όψεις: το χαμόγελο απέναντι στην εκκεντρικότητα και την ευθύνη απέναντι στον πόνο.

    Τελικά, είμαστε;

    Το ερώτημα αν οι Κεφαλονίτες είναι πράγματι πιο «τρελοί» από τους υπόλοιπους Έλληνες δεν μπορεί να απαντηθεί, και ίσως δεν χρειάζεται. Κανένα στερεότυπο δεν περιγράφει με ακρίβεια έναν ολόκληρο πληθυσμό. Αυτό που περιγράφει είναι μια σχέση: πώς μας βλέπουν οι άλλοι και πώς επιλέγουμε εμείς να απαντήσουμε.

    Η απάντηση της Κεφαλονιάς, από τους σατιρικούς του Ληξουρίου και του Αργοστολίου μέχρι τα σημερινά αθλητικά πρωτοσέλιδα, ήταν σταθερά η ίδια: όχι άρνηση αλλά αποδοχή, με ένα κλείσιμο του ματιού. Σε μια εποχή που τα νησιά τείνουν να μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, αυτή η επιμονή στη διαφορά δεν είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να κληρονομήσει κανείς.

    Αρκεί να θυμόμαστε ότι το να είσαι λίγο κουρλός είναι επιλογή ύφους. Η φροντίδα για όσους δυσκολεύονται πραγματικά είναι υποχρέωση. Ο πολιούχος μας, άλλωστε, το είχε καταλάβει πριν από τέσσερις αιώνες.

    Σχετικά Άρθρα

    Ιστορία

    Άσσος: ο οικισμός, το φρούριο και η εικόνα που άντεξε στον χρόνο

    Πώς η μικρή Άσσος της βόρειας Κεφαλονιάς συγκεντρώνει σε έναν τόπο γεωγραφία, ενετική στρατηγική, μετασεισμική ανασυγκρότηση και σημερινή τουριστική απήχηση.

    Διαβάστε Περισσότερα
    Ιστορία

    Η ναυτική ιστορία του νησιού πέρα από τα λιμάνια

    Από το παράκτιο εμπόριο του Ιονίου έως τη Μαύρη Θάλασσα, τον Δούναβη και το Λονδίνο: πλοιοκτήτες, καπετάνιοι, ναυτικοί και οικογένειες που έδωσαν στο νησί διεθνή ναυτική παρουσία.

    Διαβάστε Περισσότερα
    Ιστορία

    Κεφαλονιά: Μικρές ιστορίες πίσω από γνωστά σημεία του νησιού

    Από τη Γέφυρα Δεβοσέτου και τις Καταβόθρες μέχρι τη Μελισσάνη, την Άσσο και το Φισκάρδο: μικρές ιστορίες που εξηγούν την Κεφαλονιά πίσω από τις γνωστές της εικόνες.

    Διαβάστε Περισσότερα