Πόσο κοστίζει πλέον ένα καλοκαίρι
Η μετακίνηση, η διαμονή και η καθημερινή κατανάλωση ανεβάζουν τον λογαριασμό των διακοπών στην Κεφαλονιά, ενώ οι ίδιες αυξήσεις μεταφέρονται στη ζωή των μόνιμων κατοίκων.


Η μετακίνηση, η διαμονή και η καθημερινή κατανάλωση ανεβάζουν τον λογαριασμό των διακοπών, ενώ οι ίδιες αυξήσεις μεταφέρονται στη ζωή των μόνιμων κατοίκων.
Κάθε Ιούλιο, η συζήτηση γύρω από το κόστος των διακοπών επανέρχεται με την ίδια φαινομενικά απλή ερώτηση: πόσα χρήματα χρειάζονται για μερικές ημέρες σε ένα ελληνικό νησί; Η απάντηση εξαρτάται από την περίοδο, τον τύπο καταλύματος, τον τρόπο μετακίνησης, τον αριθμό των ατόμων και τις καθημερινές επιλογές. Πίσω από αυτές τις διαφορές διαμορφώνεται πλέον μια σαφής τάση. Η πρόσβαση στις θερινές διακοπές γίνεται ακριβότερη, η διάρκεια των ταξιδιών περιορίζεται και η απόσταση ανάμεσα σε όσους διαθέτουν ιδιόκτητη ή οικογενειακή κατοικία και σε όσους πληρώνουν ολόκληρο το κόστος της παραμονής μεγαλώνει.
Η Κεφαλονιά βρίσκεται στο κέντρο αυτής της μεταβολής. Η αεροπορική σύνδεση με πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, η αυξημένη προσφορά καταλυμάτων και η διεθνής αναγνωρισιμότητα έχουν διευρύνει την τουριστική αγορά του νησιού. Παράλληλα, η γεωγραφία του απαιτεί συνήθως αυτοκίνητο, οι αποστάσεις μεταξύ των περιοχών είναι μεγάλες και η επιλογή διαφορετικού τόπου διαμονής μπορεί να μεταβάλει σημαντικά το τελικό κόστος. Η τιμή ενός καλοκαιριού σχηματίζεται έτσι πριν ακόμη αρχίσει η πρώτη ημέρα των διακοπών.
Ο λογαριασμός αρχίζει από τη μετακίνηση
Για όσους ταξιδεύουν από την ηπειρωτική Ελλάδα με αυτοκίνητο, η ακτοπλοϊκή μετάβαση αποτελεί το πρώτο σταθερό έξοδο. Στη γραμμή Κυλλήνη–Πόρος, το απλό εισιτήριο κοστίζει σήμερα 14,50 ευρώ ανά ενήλικο, 8 ευρώ για παιδιά ηλικίας 5 έως 10 ετών και 45 ευρώ για το αυτοκίνητο. Ένα ζευγάρι με ΙΧ πληρώνει επομένως 74 ευρώ για κάθε διαδρομή και 148 ευρώ συνολικά για μετάβαση και επιστροφή. Για μια τετραμελή οικογένεια με δύο παιδιά ηλικίας 5 έως 10 ετών, το αντίστοιχο ποσό φτάνει τα 180 ευρώ. Στο κόστος προστίθενται τα καύσιμα και τα διόδια μέχρι την Κυλλήνη, καθώς και οι μετακινήσεις μέσα στο νησί. Η έκπτωση μετ'' επιστροφής της ακτοπλοϊκής εταιρείας εξαιρεί την περίοδο από τις 25 Μαρτίου έως τις 15 Σεπτεμβρίου, δηλαδή ολόκληρη την κύρια θερινή σεζόν.
Η γραμμή Πάτρα–Σάμη προσφέρει διαφορετική αφετηρία, με υψηλότερη τιμή για το όχημα. Δύο ενήλικοι και ένα αυτοκίνητο χρειάζονται 83,70 ευρώ για μία διαδρομή, άρα 167,40 ευρώ για το ταξίδι με επιστροφή. Η επιλογή μπορεί να μειώνει την οδική απόσταση για ορισμένους ταξιδιώτες, όμως η οικονομική διαφορά παραμένει περιορισμένη. Η μεταφορά αυτοκινήτου έχει πρακτική αξία στην Κεφαλονιά, καθώς επιτρέπει την πρόσβαση σε διαφορετικές παραλίες, χωριά και περιοχές χωρίς καθημερινή ενοικίαση οχήματος. Ταυτόχρονα, μετατρέπει το ακτοπλοϊκό εισιτήριο σε υποχρεωτικό αρχικό κεφάλαιο για μεγάλο μέρος του εγχώριου τουρισμού.
Στα αεροπορικά ταξίδια, η τιμή εξαρτάται έντονα από την ημερομηνία κράτησης, τις αποσκευές και τη διαθεσιμότητα. Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δείχνουν ότι οι τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων αυξήθηκαν κατά 5,9% μέσα σε έναν μόνο μήνα, από τον Μάιο στον Ιούνιο του 2026. Σε ετήσια βάση, ολόκληρη η κατηγορία των μεταφορών κατέγραψε αύξηση 7,2%, στην οποία συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, τα αεροπορικά εισιτήρια, τα καύσιμα και οι υπηρεσίες που σχετίζονται με το ιδιωτικό αυτοκίνητο.
Η διαμονή καθορίζει ποιος μπορεί να μείνει και για πόσο
Η μεγαλύτερη μεταβλητή στον θερινό προϋπολογισμό παραμένει η διαμονή. Ένα δωμάτιο ή διαμέρισμα που τον Μάιο απευθύνεται σε ταξιδιώτες χαμηλότερου προϋπολογισμού μπορεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο να περάσει σε εντελώς διαφορετική κατηγορία τιμής. Η απόσταση από τη θάλασσα, η ύπαρξη πισίνας, η δυνατότητα φιλοξενίας οικογένειας και η περιοχή καθορίζουν το ύψος της χρέωσης. Η ίδια εβδομάδα παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στο Αργοστόλι, το Ληξούρι, τον Πόρο, τη Σκάλα, την Αγία Ευφημία, την Άσσο και το Φισκάρδο.
Η άνοδος αφορά ευρύτερα τον ελληνικό τουρισμό. Τον Ιούνιο του 2026, η κατηγορία εστιατορίων και υπηρεσιών διαμονής ήταν ακριβότερη κατά 7,7% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025. Η αύξηση ακολούθησε ήδη μια άνοδο 7,1% την προηγούμενη χρονιά, γεγονός που σημαίνει ότι το νέο επίπεδο τιμών προστέθηκε σε μια αγορά που είχε προηγουμένως ανατιμηθεί σημαντικά. Ο γενικός πληθωρισμός βρισκόταν τον Ιούνιο στο 4,4%, σχεδόν δύο φορές χαμηλότερα από τον ρυθμό αύξησης της εστίασης και της διαμονής.
Για έναν επισκέπτη που πληρώνει εμπορική τιμή καταλύματος, η διάρκεια των διακοπών γίνεται το βασικό εργαλείο περιορισμού του κόστους. Η εξοικονόμηση επιτυγχάνεται μέσα από λιγότερες ημέρες, επιλογή περιόδου εκτός αιχμής ή διαμονή μακριά από τις ακριβότερες ζώνες. Για όσους διαθέτουν οικογενειακό σπίτι, η εξίσωση αλλάζει ριζικά. Το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού εξαφανίζεται και το ταξίδι περιορίζεται στη μετακίνηση, στο φαγητό και στην καθημερινή κατανάλωση. Έτσι, δύο οικογένειες με αντίστοιχο εισόδημα μπορούν να βιώνουν το ίδιο νησί με εντελώς διαφορετικό οικονομικό βάρος.
Η ακρίβεια περνά στο τραπέζι
Το φαγητό αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη καθημερινή δαπάνη. Μία οικογένεια μπορεί να περιορίσει τις εξόδους, να μαγειρέψει στο κατάλυμα ή να οργανώσει διαφορετικά τις αγορές της. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η επιλογή επηρεάζεται από την άνοδο των τιμών στα τρόφιμα. Τον Ιούνιο του 2026, η κατηγορία τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών παρουσίαζε ετήσια αύξηση 2,7%. Σημαντικά ακριβότερα ήταν το βόειο κρέας κατά 15,6%, το αρνί και το κατσίκι κατά 16,2%, τα πουλερικά κατά 4,7%, ο καφές κατά 4,3% και οι χυμοί κατά 6,5%. Αντίθετα, το ελαιόλαδο εμφάνιζε μείωση 12,8%, έπειτα από μια μακρά περίοδο ιδιαίτερα υψηλών τιμών.
Στην εστίαση, η τιμή του καταλόγου ενσωματώνει πολύ περισσότερα από την πρώτη ύλη. Περιλαμβάνει μισθοδοσία, ενέργεια, ενοίκιο, μεταφορά προμηθειών, εξοπλισμό, φορολογία και το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης που συχνά πρέπει να συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος των ετήσιων εσόδων της μέσα σε λίγους μήνες. Η αύξηση κατά 7,7% στις υπηρεσίες εστίασης και διαμονής δείχνει ότι η έξοδος για φαγητό κινείται πολύ ταχύτερα από τον μέσο πληθωρισμό. Για ένα ζευγάρι, ακόμη και μία καθημερινή έξοδος πολλαπλασιάζει γρήγορα το συνολικό ποσό μιας εβδομάδας. Για μια οικογένεια, η διαφορά ανάμεσα στο καθημερινό εστιατόριο και σε δύο ή τρεις εξόδους μέσα στις διακοπές μπορεί να φτάσει αρκετές εκατοντάδες ευρώ.
Η συζήτηση γύρω από το «ακριβό φαγητό» συχνά περιορίζεται στην τελική απόδειξη. Η πραγματική εικόνα απαιτεί σύγκριση ποιότητας, ποσότητας, τοποθεσίας και επιπέδου υπηρεσίας. Υπάρχουν επιχειρήσεις που επενδύουν σε προσωπικό, τοπικές πρώτες ύλες και καλύτερη λειτουργία, όπως υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η υψηλή τιμή στηρίζεται κυρίως στη θέση ή στη θερινή ζήτηση. Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για έναν προορισμό που επιδιώκει επισκέπτες υψηλότερης δαπάνης. Η υψηλή τιμή μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν συνοδεύεται από αντίστοιχη αξία· διαφορετικά, μετατρέπεται σε αρνητική εμπειρία και πλήττει τη συνολική εικόνα του τόπου.
Περισσότερα έσοδα, μικρότερη παραμονή
Τα εθνικά στοιχεία του 2025 αποτυπώνουν μια ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά των ταξιδιωτών. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της Ελλάδας αυξήθηκαν κατά 9,4%, φτάνοντας τα 23,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο αριθμός των εισερχόμενων ταξιδιωτών αυξήθηκε κατά 6,4%, όμως οι συνολικές διανυκτερεύσεις ενισχύθηκαν μόλις κατά 1,6%. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 4,5%, από 5,9 σε 5,6 διανυκτερεύσεις, ενώ η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 7,7%, στα 96,60 ευρώ ανά ταξιδιώτη.
Η εικόνα αυτή δείχνει μια αγορά με περισσότερους επισκέπτες, υψηλότερο ημερήσιο κόστος και συντομότερα ταξίδια. Τα στοιχεία αφορούν ολόκληρη τη χώρα και δεν απομονώνουν την Κεφαλονιά, περιγράφουν όμως το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί το νησί. Η άνοδος των τουριστικών εσόδων συνδέεται όλο και περισσότερο με την ημερήσια δαπάνη και λιγότερο με την επιμήκυνση της παραμονής. Ένα μέρος του κοινού συνεχίζει να ταξιδεύει, προσαρμόζοντας τις ημέρες του στον διαθέσιμο προϋπολογισμό.
Η ίδια τάση μπορεί να επηρεάσει τον χαρακτήρα των διακοπών. Ένα ταξίδι τεσσάρων ή πέντε ημερών αφήνει μικρότερο περιθώριο εξερεύνησης ενός μεγάλου νησιού. Η κατανάλωση συγκεντρώνεται σε λίγα σημεία, οι μετακινήσεις οργανώνονται με μεγαλύτερη πίεση χρόνου και οι επισκέπτες επιλέγουν τις πιο αναγνωρίσιμες περιοχές. Για τις τοπικές επιχειρήσεις, η υψηλότερη ημερήσια δαπάνη αποτελεί θετική εξέλιξη. Για τον προορισμό συνολικά, η μικρότερη παραμονή δημιουργεί ερωτήματα για τη γεωγραφική κατανομή των εσόδων και για το κατά πόσο επωφελούνται οι λιγότερο προβεβλημένες περιοχές.
Η ζήτηση παραμένει ισχυρή
Η Κεφαλονιά εξακολουθεί να δέχεται μεγάλο όγκο επισκεπτών κατά την κορύφωση της περιόδου. Τον Ιούλιο του 2025, το αεροδρόμιο κατέγραψε 208.226 επιβάτες, αυξημένους κατά 2,4% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2024. Από αυτούς, οι 184.370 αφορούσαν διεθνή κίνηση και οι 23.856 εσωτερικές πτήσεις. Οι αριθμοί περιλαμβάνουν αφίξεις και αναχωρήσεις και αποτυπώνουν αποκλειστικά την αεροπορική κίνηση, χωρίς τους ταξιδιώτες που έρχονται με πλοίο.
Τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία του 2026 παρουσιάζουν πιο συγκρατημένη συνολική εικόνα. Μέχρι το τέλος Μαΐου, η επιβατική κίνηση του αεροδρομίου ήταν σχεδόν σταθερή σε σχέση με το 2025, με 110.378 επιβάτες και αύξηση μόλις 0,1%. Η κίνηση εσωτερικού είχε αυξηθεί κατά 10,1%, ενώ η διεθνής παρουσίαζε μείωση 2,9%. Μόνο τον Μάιο, πάντως, η συνολική κίνηση ενισχύθηκε κατά 2,2%. Τα δεδομένα υποδηλώνουν μια ώριμη τουριστική αγορά, όπου η οικονομική επίδοση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δαπάνη ανά επισκέπτη και λιγότερο από μια θεαματική αύξηση του πλήθους των αφίξεων.
Η υψηλή ζήτηση επιτρέπει σε καταλύματα και επιχειρήσεις να αυξάνουν τις τιμές τους, ιδιαίτερα στις δημοφιλέστερες ημερομηνίες. Η δυνατότητα αυτή έχει όρια. Όταν η συνολική εμπειρία ξεπερνά σταθερά τις οικονομικές δυνατότητες της μεσαίας ευρωπαϊκής ή ελληνικής οικογένειας, η σύνθεση του κοινού αλλάζει. Οι επισκέπτες χαμηλότερου και μεσαίου εισοδήματος στρέφονται σε λιγότερες ημέρες, σε περιόδους εκτός αιχμής ή σε άλλους προορισμούς. Η αλλαγή μπορεί να αυξήσει τη μέση δαπάνη ανά άτομο, ταυτόχρονα όμως περιορίζει την κοινωνική προσβασιμότητα των διακοπών.
Το καλοκαίρι των μόνιμων κατοίκων
Για τους μόνιμους κατοίκους, η θερινή ακρίβεια έχει διαφορετική μορφή. Το κόστος διαμονής αντικαθίσταται από το κόστος κατοικίας, ενέργειας, καθημερινών αγορών και μετακινήσεων. Τον Ιούνιο του 2026, η κατηγορία κατοικίας, νερού, ηλεκτρισμού και καυσίμων εμφάνιζε ετήσια αύξηση 10,6%. Τα ενοίκια είχαν αυξηθεί κατά 7,1%, οι επισκευές και η συντήρηση κατοικίας κατά 5,3% και οι σχετικές υπηρεσίες κατά 5,8%. Οι αυξήσεις αυτές αφορούν την Ελλάδα συνολικά, ωστόσο περιγράφουν την πίεση που αντιμετωπίζει κάθε νοικοκυριό πριν προστεθούν οι ειδικές συνθήκες ενός νησιού.
Η θερινή περίοδος αυξάνει επίσης την κατανάλωση καυσίμων, τη χρήση κλιματισμού και τις μετακινήσεις. Η καθημερινότητα απαιτεί περισσότερο χρόνο λόγω της κυκλοφορίας, ενώ αρκετές υπηρεσίες και επιχειρήσεις προσαρμόζονται στις ανάγκες του επισκέπτη. Η τουριστική οικονομία προσφέρει εργασία και εισόδημα, όμως η άνοδος των τιμών εφαρμόζεται εξίσου σε όσους εργάζονται εποχικά, σε συνταξιούχους, σε οικογένειες και σε εργαζομένους με σταθερό μισθό. Το πρόσθετο τουριστικό έσοδο διαχέεται άνισα, ενώ η αύξηση του κόστους φτάνει σχεδόν παντού.
Η κατοικία αποτελεί το πιο κρίσιμο σημείο. Ένας ιδιοκτήτης μπορεί να αξιοποιήσει ένα ακίνητο τουριστικά για υψηλότερη θερινή απόδοση, ενώ ένας εργαζόμενος χρειάζεται προσιτή στέγαση κοντά στην εργασία του. Η σύγκρουση αυτών των δύο αναγκών γίνεται εντονότερη σε περιοχές με περιορισμένο οικιστικό απόθεμα. Η αύξηση των ενοικίων κατά 7,1% σε εθνικό επίπεδο προστίθεται σε ένα πρόβλημα που έχει πλέον άμεση σχέση με τη δυνατότητα στελέχωσης των επιχειρήσεων και τη διατήρηση νέων ανθρώπων στο νησί.
Ποιος μπορεί τελικά να αντέξει τον λογαριασμό;
Ένα ζευγάρι που φτάνει από την Κυλλήνη με αυτοκίνητο ξεκινά με 148 ευρώ ακτοπλοϊκά. Ακολουθούν η διαδρομή μέχρι το λιμάνι, τα καύσιμα στο νησί, επτά διανυκτερεύσεις, το φαγητό, οι καφέδες, οι παραλίες και οποιαδήποτε δραστηριότητα. Για μια οικογένεια με δύο παιδιά, μόνο το πλοίο κοστίζει 180 ευρώ, πριν υπολογιστεί οποιαδήποτε άλλη δαπάνη. Με βάση τη μέση εθνική τουριστική δαπάνη των 96,60 ευρώ ανά άτομο και ανά διανυκτέρευση το 2025, ένα ταξίδι επτά ημερών αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε περίπου 676 ευρώ ανά ταξιδιώτη. Πρόκειται για στατιστικό μέσο όρο όλης της χώρας, που περιλαμβάνει διαφορετικούς προορισμούς και τύπους ταξιδιών, προσφέρει όμως μια σαφή εικόνα της κλίμακας.
Οι διακοπές διατηρούνται προσιτές για όσους μοιράζονται το κόστος, διαθέτουν οικογενειακό σπίτι, ταξιδεύουν εκτός αιχμής ή οργανώνουν την παραμονή τους αρκετούς μήνες νωρίτερα. Για όσους χρειάζονται αεροπορικά εισιτήρια τελευταίας στιγμής, ενοικιαζόμενο όχημα και κατάλυμα σε δημοφιλή περιοχή, το συνολικό ποσό περνά γρήγορα σε επίπεδο που απαιτεί σημαντικό διαθέσιμο εισόδημα. Η αγορά στρέφεται σταδιακά προς τον επισκέπτη που αποδέχεται υψηλότερη ημερήσια δαπάνη, ακόμη και για μικρότερη χρονική περίοδο.
Αυτή η μεταβολή έχει οικονομικά οφέλη, καθώς αυξάνει τα έσοδα χωρίς αντίστοιχη αύξηση των επισκεπτών. Έχει επίσης συνέπειες για τον χαρακτήρα του προορισμού. Η Κεφαλονιά συνδέθηκε επί δεκαετίες με οικογενειακές διακοπές, επαναλαμβανόμενους επισκέπτες και μεγαλύτερες παραμονές. Η διατήρηση αυτής της σχέσης απαιτεί εύρος επιλογών, αξιόπιστες υπηρεσίες και τιμές που ανταποκρίνονται στην ποιότητα. Ένας προορισμός υψηλής αξίας χρειάζεται να προσφέρει εμπειρία αντίστοιχη του ποσού που ζητά.
Η πραγματική τιμή του καλοκαιριού
Το ακριβότερο καλοκαίρι αποτελεί αποτέλεσμα πολλών ταυτόχρονων μεταβολών: αυξημένο κόστος μεταφορών, υψηλότερα ενοίκια, ακριβότερη εστίαση, ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και ισχυρή ζήτηση σε περιορισμένη χρονική περίοδο. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να καλύψουν τα δικά τους αυξημένα έξοδα, οι επισκέπτες περιορίζουν τις ημέρες τους και οι κάτοικοι απορροφούν τις ίδιες ανατιμήσεις μέσα στην καθημερινότητά τους. Το τελικό ποσό κατανέμεται διαφορετικά, ανάλογα με το ποιος διαθέτει κατοικία, αυτοκίνητο, οικογενειακές συνδέσεις ή μεγαλύτερο εισόδημα.
Η συζήτηση για τις τιμές χρειάζεται επομένως να ξεπεράσει τις μεμονωμένες αποδείξεις και τις συγκρίσεις ενός καταλόγου. Το βασικό ερώτημα αφορά το είδος του προορισμού που διαμορφώνεται. Μια οικονομία που στηρίζεται στην υψηλότερη ημερήσια δαπάνη μπορεί να είναι βιώσιμη, εφόσον προσφέρει ποιότητα, αξιοπρεπείς μισθούς, επαρκείς υποδομές και πραγματική αξία. Όταν το αυξημένο κόστος περιορίζεται στην τιμή, χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της εμπειρίας και της καθημερινής ζωής, η ανάπτυξη γίνεται εύθραυστη.
Το καλοκαίρι στην Κεφαλονιά παραμένει περιζήτητο. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι ποιοι θα μπορούν να το ζουν, πόσο θα διαρκεί και πόσο από την αυξημένη αξία του θα παραμένει τελικά στον τόπο.
Σχετικά Άρθρα
Το Ίδρυμα Γεωργίου & Μάρης Βεργωτή τιμήθηκε με το Βραβείο Ευκράντη για την Κοινωνική Προσφορά
Το Ίδρυμα Γεωργίου & Μάρης Βεργωτή τιμήθηκε με το Βραβείο Ευκράντη για την Κοινωνική Προσφορά, σε μια χρονιά-ορόσημο κατά την οποία συμπληρώνει 50 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας και προσφοράς.
Με θλίψη ανακοινώνεται ο θάνατος της εκπαιδευτικού Ράνιας Φραγκισκάτου
Ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Κεφαλονιάς – Ιθάκης ανακοινώνει με βαθιά θλίψη τον θάνατο της Ράνιας Φραγκισκάτου, επί σειρά ετών διευθύντριας στο Ειδικό Σχολείο.
Συλλυπητήρια ανακοίνωση του Ιδρύματος Γεωργίου και Μάρης Βεργωτή για την απώλεια του Νικόλαου Σ. Βεργωτή
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Γεωργίου και Μάρης Βεργωτή εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στον Πρόεδρο, κ. Γεράσιμο Ν. Βεργωτή, και την οικογένειά του για την απώλεια του πατέρα του, Νικόλαου Σ. Βεργωτή.